Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον μάγο Harry Blackstone Copperfield Dresden. Δύο. Χαμόγελο.







  • Εδώ είναι καλύτερα. Ένα απλό κιόσκι στο πάρκο. Είδες, όταν φτιάχνει ο καιρός;
  • Καλά είναι. Φυσάει λίγο.
  • Μη γίνεσαι γκρινιάρης. Τώρα, κάτι ξεκίνησες να μου λες στο τηλέφωνο, μέχρι που τα 'φτυσε η γραμμή.
  • Ναι, για το χαμόγελο στην καταπιεστική του μορφή. Για τη χρήση του σαν άμυνα.
  • Είμαι όλο αυτιά.
  • Σου έλεγα για 'κείνο το παιδάκι, τον Chris, δύο-δυόμιση ετών ήταν. Με άφησαν οι γονείς του μόνο μου, να το προσέχω. Εγώ ούτε που το ήξερα καλά-καλά το νήπιο, άλλες δυο φορές το 'χα δει, αλλά φρόντισαν να με ενημερώσουν για την αδιαφορία του να παίζει με παιχνίδια και την αγαπημένη του ενασχόληση, το να παίζει με τους μεγάλους. O.K., είπα, λογικά μέχρι εδώ. Αλλά δεν μου είπαν για το αγαπημένο του παιχνίδι με μεγάλους. Το έλεγε “aphi”...
  • Πώς το έλεγε; Άφι;
  • Ναι, μη με ρωτάς γιατί.
  • Ντανταϊστικά.
  • Ναι.
  • Και πώς παιζόταν αυτό το άφι;
  • Είχε ως εξής: εγώ ήμουν ο σάκος του μποξ και το μικρό αγγελούδι ο μποξέρ.
  • Α, γνωστότατο παιχνίδι.
  • Μόνο που ο μικρός παραήταν ενθουσιώδης και εφευρετικός.
  • Πόσο εφευρετικός, δηλαδή; Για πες...
  • Σε εξιτάρει, ε;
  • Χε χε... Μ' αρέσει να σε βλέπω να ματώνεις. Η αντοχή σου δείχνει υπερφυσική.
  • Θα σου απαντούσα, αλλά τελευταία έχω βάλει ως στόχο να μη βρίζω πολύ. Λοιπόν, ο μικρός έπαιζε σαν σκακιστής. Με παρατηρούσε καλά-καλά, από όλες τις μεριές, έπειτα έκανε λίγο πίσω, να, έτσι, σαν να υπολόγιζε.
  • Λίγο ανατριχιαστική συμπεριφορά, ως τώρα.
  • Θα έλεγες; Στη συνέχεια, διάλεγε το όπλο του. Δεν ήταν πάντα οι φαινομενικά αθώες μπουνίτσες του, όοοχι... Είχε εκεί δίπλα του έτοιμα διάφορα “παιχνίδια που δεν χρησιμοποιούσε ποτέ”, όπως υποστήριζαν οι ταλαίπωροι και πονηροί γονείς που τον φόρτωσαν σ' εμένα εκείνο το απόγευμα.
  • Τι παιχνίδια; Τανάλιες και πένσες;
  • Κοροϊδεύεις;
  • Όχι ρε παιδί μου, ρωτάω.
  • Παιχνίδια: μια πλαστική μπάλα, ένας τεράστιος πάνινος γάτος με τεράστια πλαστικά παπούτσια κολλημένα στις δύο πίσω πατούσες του -έπρεπε να είναι τεράστια, γιατί ήταν για παιδιά κάτω των τριών ετών, καταλαβαίνεις- ένα μπωλ χρωματιστές κιμωλίες που του άφησαν εκεί με την οδηγία σ' εμένα “μόνο με δική σου επίβλεψη”, και, τέλος, ένα ποδήλατο-αυτοκινητάκι. Αυτό ήταν το χειρότερο.
  • Γιατί; Τι έκανε, σε βάραγε με αυτό;
  • Με έβαζε να τον τραβολογάω γύρω-γύρω στην αυλή, γιατί δεν είχε καταλάβει τον λόγο ύπαρξης των πεταλιών, και άμα σταματούσα για μια ανάσα, τσίριζε σε σημείο που θα νόμιζε η γειτονιά ότι τον έδερνα.
  • Ωχ.
  • Ωχ”, δεν θα πει τίποτα. Ανάθεμα το αυτοκινητάκι, πιάστηκε η μέση μου να σκύβω να το τραβολογάω σε όλη την αυλή. Τουλάχιστον δεκαπέντε κιλά έσερνα. Με το αυτοκινητάκι με εκβίαζε κλαίγοντας, με τις κιμωλίες με μουτζούρωνε -ενίοτε τις πετούσε πάνω μου- και με τον γάτο με βάραγε -είχε εκείνα τα μεγάλα πλαστικά παπούτσια, όπως σου είπα. Α, είναι και η μπάλα, αλλά μ' αυτή με πέτυχε μόνο μία φορά, οι άλλες πέρασαν ξώφαλτσα. Ευτυχώς, είναι δύσκολο για ένα δίχρονο να σημαδεύσει με μπάλα. Τσούζει, η άτιμη. Κάθε φορά που με πετύχαινε με κάτι, φώναζε “άφι!”, λες και είχε σκοράρει.
  • Κακομοίρη Χάρρυ. Αλλά, πού κολλάει το χαμόγελο σε όλα αυτά; Ξεκίνησες την κουβέντα για να μου πεις για το χαμόγελο ως άμυνα.
  • Βεβαίως, θα φτάσω κι εκεί. Κάθε φορά, λοιπόν, που κουραζόμουν -γινόμουν ψυχολογικά και σωματικά ένα ράκος, για να μιλήσω με ακρίβεια- και πήγαινα να σταματήσω, ο μικρός έβαζε τα κλάματα. Αυτόματα, έκανα κάθε δυνατή προσπάθεια να τον ησυχάσω: του χαμογελούσα πλατιά, χτύπαγα τα χέρια σαν μωρό, ό,τι μπορούσα για να του δείξω ότι περνάμε καλά και παίζουμε και είμαστε χαρούμενοι και...
  • Κατάλαβα, ηρέμησε.
  • Τι να ηρεμήσω; Το παιδί ήταν τέρας. Δεν μιλάμε για απλώς κακομαθημένο, θα έλεγα δαίμονας, αλλά ξέρω καλύτερα.
  • Καταλαβαίνω. Μία μικρή παρατήση, δεν λέμε “αλλά ξέρω καλύτερα” στα ελληνικά.
  • Άντε χέσου, βρήκες την ώρα για μάθημα γλώσσας! Συγγνώμη, “άντε αφόδευσε” ήθελα να πω.
  • Σωστά, ας μη βρίζουμε. Αλλά, συνέχισε. Για το καταπιεστικό χαμόγελο.
  • Κατάλαβα, τότε, ότι ο μικρός εκπαιδευόταν στη χειραγώγηση από τα γεννοφάσκια του. Δεν είχε βγάλει την πάνα ακόμα, αλλά ήξερε να απαιτεί από τους άλλους απόδειξη της υπεροχής του. Γιατί όταν χαμογελάς σαν ηλίθιος χωρίς λόγο, για να σε συμπαθήσουν ή απλά για να μην μπλέκεις, μπαίνεις αυτόματα σε κατώτερη θέση.
  • Ουάου.
  • Αχά. Απλώς σκέψου την κατάσταση αντικαθιστώντας το δίχρονο παιδί με έναν κουστουμαρισμένο πενηντάρη, και το “άφι” με... δεν ξέρω, τι κάνουν οι “επιτυχημένοι” ενήλικες;
  • Βαράνε τους άλλους με παπουτσωμένους γάτους.
  • Χμ.
  • Κόβουν μισθούς, απολύουν, σε κόβουν στις εξετάσεις του πανεπιστημίου, με λίγα λόγια, παρεμποδίζουν τις υποθέσεις σου και καταπατούν τα δικαιώματά σου, γιατί απλά μπορούν.
  • Ακριβώς. Και άμα τους χαμογελάς δουλικά, το μόνο που καταφέρνεις είναι να τους επιτρέπεις να συνεχίσουν. Αλλά υπάρχει και το χαμόγελο της ανωτερότητας.
  • Τώρα με μπέρδεψες.
  • Ε, σε κάποια φάση συνειδητοποιείς ότι ο μόνος τρόπος να επικοινωνείς με μωρά και με μωρούς, είναι να τους χαμογελάς.
  • Ρε Χάρρυ, είσαι φιλόσοφος.
  • Βρίσκεις;

1 σχόλιο: