Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον μάγο Harry Blackstone Copperfield Dresden. Δύο. Χαμόγελο.







  • Εδώ είναι καλύτερα. Ένα απλό κιόσκι στο πάρκο. Είδες, όταν φτιάχνει ο καιρός;
  • Καλά είναι. Φυσάει λίγο.
  • Μη γίνεσαι γκρινιάρης. Τώρα, κάτι ξεκίνησες να μου λες στο τηλέφωνο, μέχρι που τα 'φτυσε η γραμμή.
  • Ναι, για το χαμόγελο στην καταπιεστική του μορφή. Για τη χρήση του σαν άμυνα.
  • Είμαι όλο αυτιά.
  • Σου έλεγα για 'κείνο το παιδάκι, τον Chris, δύο-δυόμιση ετών ήταν. Με άφησαν οι γονείς του μόνο μου, να το προσέχω. Εγώ ούτε που το ήξερα καλά-καλά το νήπιο, άλλες δυο φορές το 'χα δει, αλλά φρόντισαν να με ενημερώσουν για την αδιαφορία του να παίζει με παιχνίδια και την αγαπημένη του ενασχόληση, το να παίζει με τους μεγάλους. O.K., είπα, λογικά μέχρι εδώ. Αλλά δεν μου είπαν για το αγαπημένο του παιχνίδι με μεγάλους. Το έλεγε “aphi”...
  • Πώς το έλεγε; Άφι;
  • Ναι, μη με ρωτάς γιατί.
  • Ντανταϊστικά.
  • Ναι.
  • Και πώς παιζόταν αυτό το άφι;
  • Είχε ως εξής: εγώ ήμουν ο σάκος του μποξ και το μικρό αγγελούδι ο μποξέρ.
  • Α, γνωστότατο παιχνίδι.
  • Μόνο που ο μικρός παραήταν ενθουσιώδης και εφευρετικός.
  • Πόσο εφευρετικός, δηλαδή; Για πες...
  • Σε εξιτάρει, ε;
  • Χε χε... Μ' αρέσει να σε βλέπω να ματώνεις. Η αντοχή σου δείχνει υπερφυσική.
  • Θα σου απαντούσα, αλλά τελευταία έχω βάλει ως στόχο να μη βρίζω πολύ. Λοιπόν, ο μικρός έπαιζε σαν σκακιστής. Με παρατηρούσε καλά-καλά, από όλες τις μεριές, έπειτα έκανε λίγο πίσω, να, έτσι, σαν να υπολόγιζε.
  • Λίγο ανατριχιαστική συμπεριφορά, ως τώρα.
  • Θα έλεγες; Στη συνέχεια, διάλεγε το όπλο του. Δεν ήταν πάντα οι φαινομενικά αθώες μπουνίτσες του, όοοχι... Είχε εκεί δίπλα του έτοιμα διάφορα “παιχνίδια που δεν χρησιμοποιούσε ποτέ”, όπως υποστήριζαν οι ταλαίπωροι και πονηροί γονείς που τον φόρτωσαν σ' εμένα εκείνο το απόγευμα.
  • Τι παιχνίδια; Τανάλιες και πένσες;
  • Κοροϊδεύεις;
  • Όχι ρε παιδί μου, ρωτάω.
  • Παιχνίδια: μια πλαστική μπάλα, ένας τεράστιος πάνινος γάτος με τεράστια πλαστικά παπούτσια κολλημένα στις δύο πίσω πατούσες του -έπρεπε να είναι τεράστια, γιατί ήταν για παιδιά κάτω των τριών ετών, καταλαβαίνεις- ένα μπωλ χρωματιστές κιμωλίες που του άφησαν εκεί με την οδηγία σ' εμένα “μόνο με δική σου επίβλεψη”, και, τέλος, ένα ποδήλατο-αυτοκινητάκι. Αυτό ήταν το χειρότερο.
  • Γιατί; Τι έκανε, σε βάραγε με αυτό;
  • Με έβαζε να τον τραβολογάω γύρω-γύρω στην αυλή, γιατί δεν είχε καταλάβει τον λόγο ύπαρξης των πεταλιών, και άμα σταματούσα για μια ανάσα, τσίριζε σε σημείο που θα νόμιζε η γειτονιά ότι τον έδερνα.
  • Ωχ.
  • Ωχ”, δεν θα πει τίποτα. Ανάθεμα το αυτοκινητάκι, πιάστηκε η μέση μου να σκύβω να το τραβολογάω σε όλη την αυλή. Τουλάχιστον δεκαπέντε κιλά έσερνα. Με το αυτοκινητάκι με εκβίαζε κλαίγοντας, με τις κιμωλίες με μουτζούρωνε -ενίοτε τις πετούσε πάνω μου- και με τον γάτο με βάραγε -είχε εκείνα τα μεγάλα πλαστικά παπούτσια, όπως σου είπα. Α, είναι και η μπάλα, αλλά μ' αυτή με πέτυχε μόνο μία φορά, οι άλλες πέρασαν ξώφαλτσα. Ευτυχώς, είναι δύσκολο για ένα δίχρονο να σημαδεύσει με μπάλα. Τσούζει, η άτιμη. Κάθε φορά που με πετύχαινε με κάτι, φώναζε “άφι!”, λες και είχε σκοράρει.
  • Κακομοίρη Χάρρυ. Αλλά, πού κολλάει το χαμόγελο σε όλα αυτά; Ξεκίνησες την κουβέντα για να μου πεις για το χαμόγελο ως άμυνα.
  • Βεβαίως, θα φτάσω κι εκεί. Κάθε φορά, λοιπόν, που κουραζόμουν -γινόμουν ψυχολογικά και σωματικά ένα ράκος, για να μιλήσω με ακρίβεια- και πήγαινα να σταματήσω, ο μικρός έβαζε τα κλάματα. Αυτόματα, έκανα κάθε δυνατή προσπάθεια να τον ησυχάσω: του χαμογελούσα πλατιά, χτύπαγα τα χέρια σαν μωρό, ό,τι μπορούσα για να του δείξω ότι περνάμε καλά και παίζουμε και είμαστε χαρούμενοι και...
  • Κατάλαβα, ηρέμησε.
  • Τι να ηρεμήσω; Το παιδί ήταν τέρας. Δεν μιλάμε για απλώς κακομαθημένο, θα έλεγα δαίμονας, αλλά ξέρω καλύτερα.
  • Καταλαβαίνω. Μία μικρή παρατήση, δεν λέμε “αλλά ξέρω καλύτερα” στα ελληνικά.
  • Άντε χέσου, βρήκες την ώρα για μάθημα γλώσσας! Συγγνώμη, “άντε αφόδευσε” ήθελα να πω.
  • Σωστά, ας μη βρίζουμε. Αλλά, συνέχισε. Για το καταπιεστικό χαμόγελο.
  • Κατάλαβα, τότε, ότι ο μικρός εκπαιδευόταν στη χειραγώγηση από τα γεννοφάσκια του. Δεν είχε βγάλει την πάνα ακόμα, αλλά ήξερε να απαιτεί από τους άλλους απόδειξη της υπεροχής του. Γιατί όταν χαμογελάς σαν ηλίθιος χωρίς λόγο, για να σε συμπαθήσουν ή απλά για να μην μπλέκεις, μπαίνεις αυτόματα σε κατώτερη θέση.
  • Ουάου.
  • Αχά. Απλώς σκέψου την κατάσταση αντικαθιστώντας το δίχρονο παιδί με έναν κουστουμαρισμένο πενηντάρη, και το “άφι” με... δεν ξέρω, τι κάνουν οι “επιτυχημένοι” ενήλικες;
  • Βαράνε τους άλλους με παπουτσωμένους γάτους.
  • Χμ.
  • Κόβουν μισθούς, απολύουν, σε κόβουν στις εξετάσεις του πανεπιστημίου, με λίγα λόγια, παρεμποδίζουν τις υποθέσεις σου και καταπατούν τα δικαιώματά σου, γιατί απλά μπορούν.
  • Ακριβώς. Και άμα τους χαμογελάς δουλικά, το μόνο που καταφέρνεις είναι να τους επιτρέπεις να συνεχίσουν. Αλλά υπάρχει και το χαμόγελο της ανωτερότητας.
  • Τώρα με μπέρδεψες.
  • Ε, σε κάποια φάση συνειδητοποιείς ότι ο μόνος τρόπος να επικοινωνείς με μωρά και με μωρούς, είναι να τους χαμογελάς.
  • Ρε Χάρρυ, είσαι φιλόσοφος.
  • Βρίσκεις;

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Πηγαδάκι με Elric και Ciri.






  • Επ! Έλρικ; Τι κάνεις εσύ εδώ;
  • Έπρεπε να έρθω, για να σου θυμίσω κάτι.
  • Τι να μου θυμίσεις;
  • Αυτό που σου είπα τις προάλλες. Για τον έναν εχθρό που έχουμε όλοι.
  • Α, τώρα ξέρω ποιος είναι!
  • Ποιος είναι;
  • Η ηλιθιότητα! Κατάρα στην ηλιθιότητα!
  • Δεν εννοούσα αυτό... Δεν έχεις καταλάβει τίποτα ακόμη.
  • Μα, τι λες;
  • Εγώ πάντως, συμφωνώ με την Άννα.
  • Τσίρι;
  • Μα, ναι. Μου τα 'πε ο Γκέραλτ. Σε κάνουν θηρίο κάτι άνθρωποι, έτσι;
  • Εμένα μου λες;
  • Ηρεμήστε και οι δύο, μα τον Άριοχ!
  • Ποιος είναι αυτός; Μ' αρέσει.
  • Σςς, ο Έλρικ του Μελνιμπονέ είναι, και μίλα καλύτερα.
  • Σταματήστε! Λοιπόν, Άννα. Μέχρι στιγμής δύο φίλοι σου που, αν μη τι άλλο, γνωρίζουν καλά από μεγάλα προβλήματα και δραστικές λύσεις, ο Γκέραλτ και ο Άντον, σου έχουν πει το ίδιο πράγμα: η βία δεν είναι λύση. Και είμαι σίγουρος ότι θα σ' το πουν κι άλλοι.
  • Όχι εγώ!
  • Εσύ, νεαρά, σιωπή.
  • Δεν θα μου πεις εμένα...
  • Σςς, Τσίρι, θα σου πει, θα σου πει.
  • Μα, ποιος είναι ο τυπάς και κατά πού πέφτει αυτό το Μελνιμπονέ;
  • Προσπερνώ την άγνοιά σου, γιατί ο χρόνος μου σε αυτόν τον κόσμο είναι περιορισμένος. Και στις δυο σας έχω να πω το εξής: ο εχθρός μας είναι ο ίδιος μας ο εαυτός.
  • Μα τι λες; Άννα, τι λέει αυτός;
  • Η Άννα δεν λέει τίποτα, από ό,τι βλέπω. Και ξέρεις γιατί; Γιατί κατάλαβε τι εννοώ με αυτό. Εσύ είσαι πολύ μικρή ακόμα για να...
  • Άκου να σου πω, που θα με πεις μικρή, εμένα με κυνηγούσαν πάντα από δυο κόσμους φονιάδες!
  • Μόνο από δύο; Χα.
  • Δεν μου αρέσει να με περιφρονούν. Με κυνηγούσαν, όπως είπα, οι μισοί να με σκοτώσουν, οι άλλοι μισοί να με αιχμαλωτίσουν, να με χρησιμοποιήσουν για τους σκοπούς τους. Και τι έκανα;
  • Ξέρω τι έκανες. Βλέπω το σπαθί που κουβαλάς.
  • Δεν κάθισα ούτε λεπτό, αυτό έκανα! Δεν κάθισα να με φάνε. Εμένα ο εαυτός μου ήταν, τις περισσότερες φορές, ο μόνος που είχα. Αν δεν στεκόμουν στα πόδια μου...
  • Δεν χρειάζεται τόση προσπάθεια να δείξεις τη δύναμή σου. Εγώ έχω μια ερώτηση να σου κάνω, σ' αυτό το σημείο: πόσοι φίλοι σε βοήθησαν;
  • Πολλοί, δεν είπα το αντίθετο. Αλλά δεν θα μου πει κανείς ότι ο εαυτός μου είναι εχθρός.
  • Και ποιος σ' έφερε στη θέση να αμύνεσαι;
  • Οι άλλοι!
  • Κοίτα, Τσίρι, ο Έλρικ θέλει να πει...
  • Άσ' την. Αν καταλάβει κάποτε, θα καταλάβει. Η φωτιά καίει πολύ δυνατά μέσα της, την τυφλώνει. Το θέμα είναι ότι εσύ περπατάς πάνω στην κόψη, και πότε γέρνεις από τη μια πλευρά, πότε απ' την άλλη.
  • Και τι πρέπει να κάνω, Έλρικ; Να διαλέξω από πού θα πέσω;
  • Να μάθεις ισορροπία.
  • Α, αυτό μου θύμισε 'κείνο που λέει “το πεπρωμένο είναι ένα σπαθί με δύο κόψεις”.
  • Πρέπει να φύγω, τώρα. Έχω αρχίσει να κουράζομαι εδώ.
  • Έλρικ, σ' ευχαριστώ.
  • Κι εγώ φεύγω. Πάω να τα πω ένα χεράκι του Γκέραλτ.
  • Τι φταίει τώρα ο Γκέραλτ;
  • Που σου λέει τέτοιες μαλακίες, ότι η βία δεν είναι λύση!
  • Τσίρι...
  • Άσε με! Πάντως, ωραίος ο φίλος σου. Τον συμπάθησα, κι ας τσακωθήκαμε.
  • Αν ήξερες τι έχει κάνει στον κόσμο του, μπορεί να μην τον συμπαθούσες.
  • Μα, αυτός; Αυτός φαίνεται να βγήκε από ναό της Μελιτέλε. Τι; Τι γελάς έτσι; Τι είπα, που είναι τόοοσο αστείο; Πφφφ...

Συζήτηση με τον Φωτεινό μάγο Anton Gorodetsky. Δύο. Wax in, wax out.







  • Άντον, δεν είμαι καλά.
  • Το βλέπω, τρέμεις. Και, χμ, όχι μόνο αυτό.
  • Έχεις χρόνο, να σε πρήξω;
  • Πες μου, τι έχεις;
  • Από πού ν' αρχίσω...
  • Ξεκίνα, και θα έρθουν μόνα τους.
  • Καλά. Όλα ξεκίνησαν εκείνο το καταραμένο πρωινό του Απρίλη -είκοσι μία ο μήνας, παρακαλώ, νά 'ταν σύμπτωση;- που μου είπε το τραγικό «Δεν πιστεύω στην Εξέλιξη».
  • Αχάαα...
  • Κατάλαβες, ε; Να συνεχίσω;
  • Οπωσδήποτε. Έχεις αρχίσει να φτιάχνεις άσχημα πράγματα γύρω σου.
  • Τι;
  • Πάνω απ' το κεφάλι σου αιωρείται κάτι πολύ επικίνδυνο, Άννα. Πες τα, σε παρακαλώ, να ξεσπάσεις, για να μην με αναγκάσεις να επέμβω πάνω σου μέσα απ' το Λυκόφως.
  • Αν είναι έτσι... Λοιπόν, της λέω «Τι εννοείς; Δεν πιστεύεις στη Θεωρία της Εξέλιξης;» Θέλω πάντα να σιγουρεύομαι πριν βαρέσω άνθρωπο, καταλαβαίνεις.
  • Φυσικά.
  • Μου λέει, η αυτοκτονική, «Όχι, δεν πιστεύω στην Εξέλιξη, ούτε στους πρωτόγονους, ούτε στη Μεγάλη Έκρηξη και σε όλα αυτά τα παραμύθια». Τα παραμύθια, Άντον, ακούς;
  • Ακούω, ακούω. Πιο ήρεμα, όμως, αν θες... Μαυρίζει...
  • Ποιο μαυρίζει;
  • Αυτό, πάνω απ' το κεφάλι σου. Πάρε μια βαθιά ανάσα. Έτσι. Τώρα, συνέχισε.
  • Και τι μου λέει παρακάτω;
  • Μαντεύω.
  • Ναι, ακριβώς. Μου λέει «Πιστεύω στην Εδέμ» - στην Εδέμ, Άντον!- «στους πρωτόπλαστους και στον εξαποδώ».
  • Κι εσύ τι της είπες;
  • Τι να της πω; Υπήρχε κάτι να της πω μετά απ' αυτά; Καθόμουν στη μούγκα, άναβα το ένα άφιλτρο δίπλα στ' άλλο, κάνοντας ταυτόχρονα από μέσα μου γουόξ ιν, γουόξ άουτ, μπας και γλιτώσουμε το μοιραίο.
  • Μαύρισες και τα πνευμόνια σου, εκτός από την αύρα σου. Ε, ρε Άννα...
  • Όχι, δεν με κατάλαβες. Απλώς τα άναβα και τα έβαζα δίπλα-δίπλα στο τασάκι, για να μην έχει χώρο για το δικό της τσιγάρο. Έτσι, για να της τη σπάσω. Γελάς, ε;
  • Και, αυτό το κόλπο, βοήθησε;
  • Τι να βοηθήσει; Πήρε τη σιωπή μου για τάπωμα και συνέχισε, ενθαρρυμένη! Μου λέει, «Η μικρή μου είναι πάλι άρρωστη. Αμ, ξέρω εγώ, μας ψεκάζουν.»
  • Ωχ, αυτό πρέπει να σου χτύπησε καμπανάκι, ε;
  • Πιο πολύ από τα προηγούμενα; Αλλά, ναι. Χτύπησε. Της λέω, «Κι εμείς αρρωσταίναμε, τα ξέχασες; Εγώ όλο με ανεμοβλογιά ήμουν.» Και μου κάνει, «Και τα αεροπλάνα; Τι σου λένε τ' αεροπλάνα;» Ε, αυτό ήταν, Άντον.
  • Τι “σου είπαν” τ' αεροπλάνα;
  • Μου είπαν ότι την άφησα στο πεζοδρόμιο να αιμορραγεί από τη μύτη. Γιατί άνθρωπος είμαι κι εγώ, και η αντοχή μου στη βλακεία έχει όρια, και τέλος πάντων, κάτι φορές τα λόγια τελειώνουν.
  • Και μετά, τι έγινε;
  • Τι να γίνει; Προσπαθούσα ν' αποφασίσω αν θα τη βοηθούσα να σηκωθεί, ή θα την άφηνα εκεί χάμω, να αναλογιστεί τη δύναμη της βαρύτητας.
  • ...
  • Έκανα το δεύτερο. Σηκώθηκα κι έφυγα, της άφησα και το λογαριασμό για τους καφέδες -αυτό ήταν κακό, το ομολογώ- κι εκείνη να φωνάζει «Ντα ζε μπιάζω, μαλαγκιζμένη, ντα ντειζ». Μη γελάς, τα πράγματα είναι σοβαρά.
  • Έλα, μωρέ.
  • Τι “έλα μωρέ”;
  • Δίνεις πολλή σημασία...
  • Με δουλεύεις; Και, για νά 'χουμε καλό ρώτημα, εσύ, πώς τα καταφέρνεις; Πώς ζεις;
  • Όπως όλοι.
  • Δηλαδή;
  • Γουόξ ιν, γουόξ άουτ.
  • Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο, ε;
  • Σαν τι να κάνουμε; Ν' αρχίσουμε να βαράμε όσους-
  • Πάνε τον κόσμο πίσω; Ναι!
  • Τον πάνε, Άννα, αλλά και η βία το ίδιο.
  • Έχεις δίκιο, αλλά...
  • Δεν υπάρχει “αλλά”. Η βία θα ξαναγυρίσει τον Άνθρωπο στις σπηλιές. Και μόλις βγήκαμε. Η λύση είναι, καταρχήν, η παιδεία.
  • Ουφ... συμφωνώ. Έχεις δίκιο, Άντον.
  • Είσαι καλύτερα.
  • Ναι, το νιώθω. Αναπνέω καλύτερα. Έφυγε και το μαύρο πράγμα που σε ανησύχησε πριν, ε;
  • Έφυγε.
  • Αλλά, για πες μου: η παιδεία δεν αρκεί, έτσι;
  • ...
  • Από τον τρόπο που κουνάς το κεφάλι σου, καταλαβαίνω ότι συμφωνούμε. Στα κλειστά μυαλά, η παιδεία δεν λειτουργεί. Και τι μένει; Άντον; Έλα, μην κάνεις έτσι. Πω πω... Πώς κρέμασε έτσι το ύφος σου; Εσύ είσαι έτοιμος να κλάψεις! Άντον, σε παρακαλώ. Γαμώτο, εσένα τώρα ποιος θα σε φτιάξει;

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον witcher Geralt. Δύο. Άνθρωποι.




  • Γκέραλτ, θέλω να ξέρεις ότι σε καταλαβαίνω.
  • Ευχαριστώ για την κατανόηση.
  • Μερικές φορές, όμως, αυτό το υφάκι σου...
  • Δεν σε αφήνει να με συμπαθείς, ξέρω.
  • Άσε με να σου πω. Λοιπόν, σε καταλαβαίνω που θυμώνεις με τους ανθρώπους.
  • Τι σου κάνανε πάλι, τα τέρατα;
  • Δύσκολο να απαντηθεί. Τίποτα, ή ίσως... Άσ' το αυτό. Το θέμα είναι ότι με τσαντίζουν, για να το πω όσο πιο μαλακά γίνεται.
  • Πάρε.
  • Τι 'ναι αυτό;
  • Απόσταγμα από διάφορα βότανα. Μην ανησυχείς, ακίνδυνο για ανθρώπους.
  • Μμμ, καλό.
  • Ένας φίλος το φτιάχνει.
  • Θέλω να ρωτήσω;
  • Όχι. Για πες, λοιπόν; Οι άνθρωποι...
  • Να, όταν είναι υποκριτές και ξεροκέφαλοι, δεν μπορώ. Θέλω να τους τα πω χύμα.
  • Και γιατί δεν το κάνεις;
  • Γιατί κανείς δεν ζήτησε τη γνώμη μου.
  • Και περιμένεις να σου πουν “μίλα” για να μιλήσεις;
  • Δεν είναι τόσο απλό, και το ξέρεις. Η γνώμη έχει βαρύτητα, έχει ευθύνη. Το να την εκφράσεις θέλει σκέψη και προσοχή.
  • Το ξέρω πολύ καλά αυτό, πίστεψέ με. Κουβαλάω σπαθί μια ζωή. Και η γνώμη κάποιου με όπλο έχει μεγάλη βαρύτητα.
  • Μπορώ να το φανταστώ. Μερικές φορές έχω σκεφτεί ότι αν είχα κι εγώ ένα...
  • Μην το πεις. Όχι, Άννα. Δεν θα ήθελες να είχες ένα σπαθί στο χέρι σου, θάνατο στη συνείδησή σου.
  • Οι κουβέντες δεν φέρνουν πάντα αποτέλεσμα.
  • Όχι, δεν φέρνουν. Ούτε και το σπαθί, όμως. Και πρόσεχε με αυτό το ποτό, είναι δυνατό.
  • Ναι, παρ' το καλύτερα. Το θέμα είναι ότι νιώθω ανήμπορη κάτι φορές. Ότι δεν μπορώ να ανοίξω το κεφάλι κάποιου και να του χώσω με τη βία μέσα την εικόνα.
  • Την εικόνα;
  • Ναι, την πραγματική εικόνα και όχι αυτή που διαλέγει να βλέπει αυτός. Το ξέρω ότι ακούγομαι αλαζόνας, ότι τα ξέρω όλα...
  • Μην ανησυχείς, μ' εμένα μιλάς. Συνήθως έτσι με χαρακτηρίζουν οι άνθρωποι, ακόμα κι οι φίλοι.
  • Και όχι μόνο οι άνθρωποι, ε;
  • Ναι, και τα ξωτικά και οι νάνοι. Ο καθένας όταν δεν τον συμφέρουν αυτά που λέω. Το ότι έχω γνώμη.
  • Και τι κάνεις τότε, ρε Γκέραλτ;
  • Πολλές φορές, φεύγω. Άλλες φορές, κάνω αυτό που νομίζω ότι είναι το σωστό, κι ας μην αρέσει σε κανέναν.
  • Χωρίς να σε νοιάζει ποιον θα πληγώσεις;
  • Αυτό είναι άλλη κουβέντα. Οι πράξεις μας έχουν συνέπειες. Απλά διαλέγεις.
  • Κάποιον, δηλαδή, θα πληγώσω, όπως και να 'χει.
  • Συνήθως, ναι. Μπορεί να πληγώσεις κάποιον που δεν τον ξέρεις. Το ότι δεν τον ξέρεις, όμως, δεν τον κάνει ανύπαρκτο. Και μία σου απόφαση μπορεί να έχει σοβαρό αντίκτυπο στη ζωή του.
  • Δωσ' το πάλι αυτό.
  • Μία-μία γουλιά.
  • Αφού είπες ότι είναι ακίνδυνο.
  • Ναι, αλλά εσύ όχι.
  • Τι θες να πεις με αυτό;
  • Ότι είμαστε όλοι όπλα έτοιμα να κόψουν κεφάλια. Κι ας μην κρατάμε σπαθί. Κι ας μη φαίνεται το αίμα. Ότι οι αποφάσεις μας είναι επικίνδυνες. Οπότε, καλό είναι να τις παίρνουμε όταν είμαστε νηφάλιοι, ψύχραιμοι, λογικοί.
  • Εσύ το λες αυτό;
  • Ακριβώς, εγώ το λέω αυτό.
  • Έχεις δίκιο. Συγγνώμη. Σ' ευχαριστώ, Γκέραλτ, για την κουβέντα. Ήταν χρήσιμη.
  • Χαίρομαι. Τώρα, για πες μου, την άκουσες την καινούργια μπαλάντα του φίλου μας;

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον Elric of Melnibone. Ένα. Εχθρός.


  • Έλρικ.
  • Ποιος ταράζει τον διαλογισμό μου;
  • Μία περιπλανώμενη ψυχή, σαν κι εσένα.
  • Και τι μπορώ να κάνω εγώ για μία περιπλανώμενη ψυχή;
  • Να τη βοηθήσεις να μη χαθεί.
  • Να βρει την Αιώνια Πόλη;
  • Να βρει την Αιώνια Πόλη, ναι.
  • Δεν ξέρω τον τρόπο.
  • Μα, έχεις βρεθεί στην Τάνελορν ξανά.
  • Αυτή θα διαλέξει να σου παρουσιαστεί, ποτέ δεν μένει σ' ένα σημείο. Όσο και να την ψάχνεις, δεν θα σου εμφανιστεί, εκτός κι αν γίνεις αντάξιά της.
  • Θα με βοηθήσεις να γίνω αντάξιά της;
  • Αυτό ίσως να μπορώ να το κάνω για 'σένα.
  • Θα μου δείξεις έναν τρόπο να νικήσω τον εχθρό;
  • Θα σου πω το εξής: ένας είναι ο εχθρός για κάθε άνθρωπο. Για κάθε ψυχή. Ένας. Το να τον αναγνωρίσεις είναι το πρώτο βήμα για το ταξίδι σου.
  • Πού τελειώνει το ταξίδι;
  • Σίγουρα όχι στην Αιώνια Πόλη, αυτή είναι μόνο ένας σταθμός.
  • Εσύ που είσαι τώρα, Έλρικ;
  • Σε 'κείνο το μέρος που για τον καθένα μας είναι άδειο και ψυχρό και ακίνητο. Φως δεν σπάει το σκοτάδι και αέρας δεν φυσάει εδώ, κι όμως, νιώθω ότι όλα είναι όπως πρέπει. Νιώθω ήσυχος.
  • Γιατί; Ακούγεται φοβερό μέρος.
  • Δεν είναι. Απλά, δεν είναι ούτε ωραίο. Είναι αδιάφορο, σαν να μην υπάρχει.
  • Και αυτό είναι καλό;
  • Είναι άνετο. Εύκολο.
  • Ποτέ σου δεν επιζήτησες την άνεση, ούτε την ευκολία.
  • Κέρδισα την ανάπαυση, όμως, δεν το νομίζεις; Φύγε τώρα, μην με ταράζεις άλλο.
  • Έλρικ, ήθελα...
  • Φύγε. Φτάνει τόσο.

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον μάγο Harry Blackstone Copperfield Dresden. Ένα. Απολεσθέντα.




  • Εντάξει; Βολεύτηκες;
  • Ναι, μια χαρά.
  • Τι “μια χαρά”; Σαν τελικό σίγμα είσαι, καημένε. Πού να χωρέσουν αυτά τα μακαρονοπόδαρα στα παιδικά καθίσματα;
  • Είμαι μαθημένος. Ευλύγιστος.
  • Δε μου λες, γιατί ήρθαμε στον παιδότοπο; Και μάλιστα νύχτα, που είναι άδειος και πρέπει να κρυβόμαστε κι απ' τον νυχτοφύλακα;
  • Μου αρέσουν οι παιδότοποι. Είναι ένα από τα λίγα μέρη με θετική ενέργεια.
  • Και με την ελάχιστη τεχνολογία, ε;
  • Κι αυτό. Πλέον, και η πιο μικρή καφετέρια έχει WiFi.
  • Το οποίο χάνεται με το που μπαίνεις εσύ.
  • Χώρια τα καμμένα λάπτοπ.
  • Την επόμενη φορά μπορούμε να πάμε στο βουνό.
  • Τσκ. Τηλεπικοινωνίες.
  • Έχεις σκεφτεί τη γείωση;
  • Δεν είναι αστείο.
  • Κι όμως, είναι. Κι όχι μόνο αστείο, αλλά και απλό. Ένα καλωδιάκι και μια τρύπα στο παπούτσι...
  • ...
  • Εντάξει, το κόβω. Ξέρεις, ένα φίλος ρωτούσε για 'σένα.
  • Α;
  • Ναι, ο Jjohn από το sff.gr.
  • Α, ο Τζονάκης. Καλό παιδί.
  • Ναι, μου 'πε “περιμένω να δω τι έχει να πει ο Χάρης ο Ντρέσντεν”. “Ο Χαρούλης;” του λέω, “στόμα έχει και μιλιά δεν έχει”. Συνήθως, γιατί σήμερα σε βλέπω κάπως έξω απ' τα νερά σου. Τι έχεις;
  • Προβλήματα στη δουλειά.
  • Τι προβλήματα; Αν επιτρέπεται να μου πεις, δηλαδή.
  • Να, ένας πελάτης μου ζήτησε να του βρω το χαμένο του παιδί.
  • Γι' αυτό ήρθαμε στον παιδότοπο;
  • Σκέφτεσαι πριν μιλήσεις;
  • Ωραία, ωραία, είπα βλακεία. Ας το προσπεράσουμε, σε παρακαλώ.
  • Από την άλλη, μέσα στον αυθορμητισμό σου, δεν τα πήγες τελείως χάλια: μάλλον ήθελα να με τυλίξει κάτι άλλο, κάτι πιο χαρούμενο από τη μαυρίλα των τελευταίων ημερών.
  • Χάρρυ, τι τρέχει;
  • Το παιδί του πελάτη μου. Το βρήκα.
  • Νεκρό;
  • Όχι. Χειρότερα. Δεν μπορώ να σ' το εξηγήσω χωρίς να μας βρει το πρωί, αλλά το παιδί δεν είναι άνθρωπος. Ποτέ δεν ήταν. Είναι κάτι πολύ, πολύ κακό, τόσο, που ένας μάγος θα χρειαστεί συμμάχους χειρότερους από αυτό, αν πρέπει να το αντιμετωπίσει.
  • Δεν σε βλέπω μωλωπισμένο, με εγκαύματα, πληγές ή κατάγματα, οπότε υποθέτω ότι δεν το αντιμετώπισες ακόμα.
  • Ελπίζω πως ούτε πρόκειται. Προς το παρόν, εφάρμοσα την πιο απλή, την πιο αρχαία και γνωστή σε όλο τον κόσμο τακτική που κάθε λογικός μάγος θα εφάρμοζε σ' αυτή την περίπτωση: έβαλα τα πόδια στην πλάτη κι έτρεξα στους Μεγάλους.
  • Όταν λες Μεγάλους...
  • Εννοώ τους Επτά, το Λευκό Συμβούλιο.
  • Και τι σου είπανε;
  • Εκεί τελειώνουν αυτά που μπορώ να μοιραστώ. Εκεί σταματάμε, αλλιώς ένας τύπος με μια τεράστια σπάθα θα εμφανιστεί από το πουθενά και... Εσύ εντάξει θα είσαι, εμένα θα κάνει κιμά.
  • Χμ. Ναι, ας σταματήσουμε. Και στον πατέρα; Τι είπες στο πατέρα του “παιδιού”;
  • Αυτό είναι που έχω να αντιμετωπίσω. Θα του μιλήσω αύριο κιόλας.
  • Και; Τι θα του πεις;
  • Δεν έχω ιδέα. Τείνω προς το ψέμα “δεν βρήκα τον γιο σας”, αλλά αυτό θα δώσει τροφή στις ελπίδες του. Δεν θα πάψει ποτέ να τον ψάχνει.
  • Και πώς αλλιώς; Τι άλλο μπορεί να γίνει;
  • Τίποτα, μάλλον τίποτα.
  • Ωραία είναι εδώ, είχες δίκιο. Ήσυχα.
  • Ναι, ήσυχα. Λυπάμαι για την πρώτη μας κουβέντα. Δεν πήγε όπως ήθελες, έτσι;
  • Μη λυπάσαι για κάτι τέτοια, χαζέ. Γείωσέ τα.

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον τροβαδούρο Jaskier. Ένα. Λουλούδια.





  • Γεια σου, Γιάσκιερ.
  • Χαιρετώ την όμορφη, όσο κι έξυπνη...
  • Κόφ' το. Και άσε κάτω το χέρι.
  • Μα, αν δεν χειροφιλήσω την οικοδέσποινα...
  • Κόφ' το, είπα, μη σε χειροτονήσω.
  • Καλά, καλά. Πρέπει να το θυμάμαι, οι καιροί οι ρομαντικοί έχουν παρέλθει.
  • Έλα, μην κατσουφιάζεις. Μην κάνεις σαν τον άλλο όταν μιλάνε για πεπρωμένο.
  • Χα χα, ναι, και για τις αμοιβές των σύγχρονων ... πώς είναι βιέτζμιν στη γλώσσα σου;
  • Δεν είναι. Δεν υπάρχει λέξη. Ας τους λέμε “κυνηγούς”, να τελειώνουμε.
  • Πώς κατσουφιάζει όταν ακούει για τις αμοιβές των σύγχρονων κυνηγών...
  • Και για τους σύγχρονους κυνηγούς...
  • Και για πριγκίπισσες, πού τις πας τις πριγκίπισσες;
  • Χα, ναι, μην ακούσει για πριγκίπισσα...
  • Σε καλό σου, Αννούσκα, πώς τη γύρισες έτσι την κουβέντα;
  • Το σημαντικό είναι ότι έπιασε: γέλασες. Για την ακρίβεια, δάκρυσες.
  • Ε, ξέρεις, εμείς οι ποιητές...
  • Τώρα θα γελάσω εγώ. Αλλά, δεν σε κάλεσα σήμερα εδώ για να μιλήσουμε για τον Γκέραλτ.
  • Φυσικά.
  • Φυσικά;
  • Μα, κανείς δεν θα τον ήξερε αν δεν ήμουν εγώ με τις μπαλάντες μου! Όμως, και ποιος δεν ήξερε εμένα; Ήμουν ήδη διάσημος όταν με γνώρισε ο φίλος μας και, πάλι καλά. Γιατί, το πόσο του χρειάστηκαν οι γνωριμίες και η γοητεία μου...
  • Χμφ... Αυτό που θα ήθελα να συζητήσουμε σήμερα, αγαπητέ τροβαδούρε, είναι η σχέση σου με τα λουλούδια.
  • Α, το αγαπημένο μου θέμα: γυναίκες.
  • Γιάσκιερ, όχι “γυναίκες”.
  • Όχι γυναίκες; Πού το πας;
  • Θέλω να πω, θα μιλήσουμε για λουλούδια, άνθη, πώς το λένε, τα αναπαραγωγικά όργανα των φυτών.
  • Αναπαραγωγικά όργανα; Και μου λες ότι δεν θα συζητήσουμε για το αγαπημένο μου θέμα;
  • Χρειάζομαι ένα ποτό.
  • Πάντα είναι καλή ώρα για ζύθο! Έτσι δεν το λέτε σ' αυτή την πανέμορφη, φωτεινή και ποικιλόχρωμη χώρα σας;
  • Ναι, ναι, έτσι το λέμε. Εις υγείαν.
  • Να ζντρόβιε.
  • Λοιπόν, Γιάσκιερ. Διάλεξες αυτό το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο.
  • Υπάρχει και το ξενόγλωσσο: Νταντελάιον.
  • Ναι, βέβαια. Ποιο προτιμάς;
  • Να σου πω. Όπως καταλαβαίνεις, το Γιάσκιερ μου ακούγεται καλύτερα, μια και είναι λέξη της γλώσσας μου. Από την άλλη, το Νταντελάιον έχει κάτι το μεγαλοπρεπές, που πιστεύω μου ταιριάζει. Θα προτιμήσω το πρώτο, επειδή το διάλεξα εγώ για τον εαυτό μου, αλλά θα αγαπήσω το δεύτερο, που το διάλεξαν οι θαυμαστές μου σε όλο τον κόσμο.
  • Κατάλαβα. Πες μου κάτι ακόμη, όμως. Είναι και τα δύο ονόματα λουλουδιών. Γιάσκιερ είναι ο ταραξάκος και νταντελάιον η πικραλίδα. Κανένα από τα δύο δεν ακούγεται ταιριαστά για όνομα ανθρώπου στη γλώσσα μου, αλλά, εσύ ποιο θα διάλεγες;
  • Εσύ;
  • Θα σου πω μετά.
  • Νομίζω ότι δεν είναι τόσο δύσκολο να μαντέψω. Θα διάλεγες τον ταραξάκο, ε; “Ο διάσημος τροβαδούρος Ταραξάκος για μία και μοναδική εμφάνιση στο αρχαίο θέατρο της...”
  • Ναι, σωστά μάντεψες. Πιστεύω ότι σου ταιριάζει γάντι το "Ταραξάκος". Τι λες;
  • Λοιπόν, ποτέ δεν χάλασα χατίρι σε μια κυρία. Θα προτιμήσω κι εγώ αυτό, αν είναι να διαλέξω. Εκτός κι αν βγάλουμε μαζί κάποιο καινούργιο.
  • Δεν ξέρω. Όλα τα αγαπημένα μου λουλούδια έχουν θηλυκά ή ουδέτερα ονόματα.
  • Και ποια είναι αυτά;
  • Η μαργαρίτα, το ηλιολούλουδο, το τριαντάφυλλο. Α, για κάτσε! Ηλίανθο το λένε, αρσενικό, ο ηλίανθος. Αυτό είναι! Μπορώ να σε λέω Ήλιο;
  • Αγαπητή μου, δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή για έναν άνδρα από να τον αποκαλεί μια ευγενική και γοητευτική ύπαρξη, όπως εσύ, “Ήλιο της”.
  • Γκλουπ, γκλουπ. 
  • Να ζντρόβιε. Για πες μου, όμως, Αννούσκα. Με τον άλλο, για τι θέμα μιλήσατε;
  • Με τον άλλο ήταν πιο εύκολη η κουβέντα.
  • Θα το προσπεράσω, για να μην προσβληθώ. Μα, δεν μου απάντησες. Για τι μιλήσατε;
  • Για κρέατα.

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον Φωτεινό μάγο Anton Gorodetsky. Ένα. Συνέπεια.








  • Καλωσήρθες, Άντον Γκοροτέτσκι. Ήταν καλό το ταξίδι;
  • Καλώς σε βρήκα, Άννα Μακρή. Ήταν σύντομο, αλλά κουραστικό. Η Καταχνιά στο δεύτερο επίπεδο δεν είναι τόσο εξαντλητική όσο στα επόμενα, αλλά, φίλη μου, δεν μένεις και δίπλα.
  • Καταλαβαίνω. Γιατί δεν πήρες απλά το αεροπλάνο;
  • Κακοκαιρία στη Μόσχα. Μας έφερα και το απαραίτητο συνοδευτικό της κουβέντας.
  • Βότκα και σαλάμι. Για να σπάσει ο πάγος, ε; Σ' ευχαριστώ, είσαι πολύ ευγενικός.
  • Υπάρχει πάγος;
  • Με φλερτάρεις;
  • Εννοούσα αν έχεις παγάκια για τη βότκα! Θα τα χρειαστείς. Εγώ την πίνω σκέτη, σαν γνήσιος Ρώσος.
  • Θα δοκιμάσω τον ρώσικο τρόπο.
  • Ο ρώσικος τρόπος είναι να πίνεις ασταμάτητα μέχρι να τελειώσει το μπουκάλι και μετά να ανοίγεις το επόμενο, κι αυτό για ολόκληρο το διήμερο.
  • Ένα-ένα. Ας αρχίσουμε με το να μη βάζω πάγο.
  • Συμφωνώ. Εξάλλου, δουλεύω απόψε.
  • Πες μου κάτι, Άντον: πώς είναι να είσαι Άλλος;
  • Κατευθείαν στο ψαχνό, ε;
  • Αφού δεν έχουμε πάγο.
  • Κοίταξε, δεν διαφέρει και τόσο πολύ από το να είσαι άνθρωπος, τελικά.
  • Δηλαδή;
  • Θα σου πω. Άσπρο πάτο.
  • Άσπρο πάτο.
  • Λοιπόν, το να είσαι Άλλος έχει, καταρχήν, το εξής χαρακτηριστικό: γνωρίζεις. Γνωρίζεις πράγματα που κανείς δεν θα ήθελε να τα ξέρει. Πράγματα που σε κάνουν να κοπιάζεις να βγάλεις την επόμενη μέρα, και το εννοώ αυτό με πολλούς τρόπους. Ψυχολογικά, ηθικά, φιλοσοφικά, πρακτικά...
  • Δεν διαφέρεις και πολύ από έναν δημοσιογράφο, ας πούμε.
  • Αν αυτός ο δημοσιογράφος μάχεται σε όλες τις σημαντικές μάχες της ανθρωπότητας, αν η ζωή του και ο θάνατός του δεν του ανήκουν, τότε ναι.
  • Και πώς το χειρίζεσαι εσύ, ένας Φωτεινός αυτό;
  • Άσπρο πάτο για το “Φωτεινός”.
  • Άσπρο πάτο. Λοιπόν;
  • Το να είσαι Φωτεινός, μια και το έθεσες, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Πολύ πιο δύσκολο από το να είσαι Άλλος, είναι το να παραμείνεις Φωτεινός ή Σκοτεινός Άλλος.
  • Η συνέπεια, δηλαδή, είναι πιο δύσκολη από τη διαφορετικότητα.
  • Ναι. Κι αυτό γιατί τι σημαίνει “διαφορετικότητα”; Εσύ είσαι διαφορετική. Πάντα ήσουν.
  • Πού ξέρεις τόσα για 'μένα;
  • Άννα, βλέπω την αύρα σου.
  • Αυτό μόνο;
  • Δεν θέλεις να μάθεις κι άλλα, πίστεψέ με. Τέλος πάντων, μου το επιβεβαίωσες με την αντίδρασή σου. Ωραία. Ήσουν το μαύρο πρόβατο στο κοπάδι, από μικρή. Πόσο δύσκολο ήταν αυτό;
  • Πολύ.
  • Και πόσο δύσκολο ήταν να μείνεις έτσι, πάντα, και να μην ακολουθήσεις το εκάστοτε ρεύμα που δεν σου ταίριαζε αλλά ήταν... η αναίμακτη επιλογή; Πόσο δύσκολο ήταν να παλέψεις με τις αμφιβολίες και να ξέρεις πάντα τι κάνεις και γιατί το κάνεις;
  • Άσπρο πάτο.
  • Άσπρο πάτο. Οπότε, έχεις μια μικρή ιδέα για το πόσο δύσκολο είναι να μείνει κανείς στην πλευρά που έχει διαλέξει. Διάλεξα κάποτε το Φως. Και αυτό είναι.
  • Κάποιοι έχουν αναρωτηθεί γιατί επιμένεις τόσο, μετά από τα όσα έχουν αποκαλυφθεί.
  • Γιατί Φωτεινός και Σκοτεινός δεν σημαίνει καλός και κακός. Αυτό μπερδεύουν οι άνθρωποι. Γιατί, δυστυχώς, υπάρχουν οι δύο πλευρές και πρέπει, αφού υπάρχουν, να τις κρατάμε σε ισορροπία. Γιατί, τέλος, αν δεν κρατήσω αυτή την ισορροπία μέσα μου, “είμαι Φωτεινός”, θα τρελαθώ. Αυτοί που αναρωτιούνται, προφανώς δεν έχουν μπει στον κόπο να κρατήσουν μια γνώμη για πάνω από δύο μέρες.
  • Πρέπει να σου γνωρίσω τον Χανς. Κάποτε είπε “οι άνθρωποι μπερδεύουν τον φανατισμό με τη συνέπεια”.
  • Ακούγεται εξαιρετικός άνθρωπος.
  • Είναι.
  • Είσαι σίγουρη ότι δεν είναι Άλλος;
  • Πώς μπορώ να ξέρω;
  • Χμ...
  • Ένα τελευταίο;
  • Ένα τελευταίο, για τον δρόμο. Άσπρο πάτο.
  • Άσπρο πάτο, Άντον. Θα τα ξαναπούμε.
  • Το ελπίζω, Άννα.

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον Hans Schnier. Ένα. Οικογένεια.



  • Μην ξεχνάς το “από τους Σνηρ του λιγνίτη”.
  • Αν είναι σημαντικό για 'σένα, εντάξει: από τους Σνηρ του λιγνίτη.
  • Είναι. Πάντα ήταν.
  • Γιατί;
  • Πάρε τσιγάρο.
  • Ευχαριστώ. Θα μου πεις τώρα;
  • Τι;
  • Χέσε μας. Ξέρεις τι. Για την οικογένειά σου.
  • Δεν προτιμάς να πάμε κάπου ευχάριστα; Για χορό, ίσως;
  • Άλλη φορά. Σήμερα δεν έχω κέφι.
  • Καλά. Άκου, λοιπόν. Η οικογένειά μου είναι αυτή που είναι και μη με βάζεις να τα ξαναλέω.
  • Ξέρω, ακόμα και στην οδοντόκρεμα...
  • Έχουν μετοχές, ναι. Κι εδώ θα έλεγε κάποιος “εκτός αυτού”.
  • Αλλά, εσύ θα πεις...
  • Ότι, δεν υπάρχει “εκτός αυτού”. Δεν είναι δυνατόν να ξεχάσω, δεν θα μ' αφήσει κανείς να ξεχάσω, ποτέ, ότι είμαι ένας Σνηρ. Γαμώτο, σαν φτέρνισμα ακούγεται!
  • Ενώ είσαι πρόθυμος να ξεχάσεις;
  • Φυσικά και είμαι! Ποτέ δεν θέλησα τίποτα, ούτε πφένιχ από τα κωλοεκατομμύριά τους, και θα άλλαζα και τ' όνομά μου ακόμη, αν μ' ένοιαζε τόσο ώστε να μπω στον κόπο.
  • Οικογένεια, όμως, δεν είναι μόνο οι γονείς.
  • Το ρακί, καλό είναι;
  • Καλό, πιες. Λοιπόν;
  • Τι λοιπόν;
  • Ο αδερφός σου;
  • Τώρα τι θες και τους μπλέκεις στην κουβέντα τους Καθολικούς;
  • Εγώ δεν σε ρώτησα για τους Καθολικούς, για τον Λεό σε ρώτησα.
  • Κοίτα, Άννα: ο Λεό έγινε Καθολικός, και όταν γίνεται κανείς κάτι τέτοιο, παύει να είναι.
  • Εννοείς ότι πήρες τον προσηλυτισμό του τόσο βαριά, που είναι σαν να έχει πεθάνει για 'σένα;
  • Όχι βέβαια. Αυτό ισχύει για άλλους. Για τη μάνα μου, ας πούμε. Δεν την έχω στο μυαλό μου ακριβώς σαν ζωντανή. Αλλά για τον Λεό, όχι, δεν εννοούσα αυτό. Εννοούσα ότι, απλώς, έγινε Καθολικός.
  • Και τι σημαίνει αυτό;
  • Σημαίνει ότι έκλεισε το μυαλό του σε οποιαδήποτε πιθανότητα, πιστεύει ότι έχει τακτοποιήσει όλες τις ερωτήσεις μαζί με τις απαντήσεις τους σε καθαρά, γυαλιστερά κουτάκια: φτάνει να του κάνεις μια ερώτηση και θ' ανοίξει ένα κουτάκι. Θα βγάλει από μέσα την καρτέλλα και θα διαβάσει φωναχτά την καταχωρημένη απάντηση.
  • Σαν ληξιαρχείο μου ακούγεται.
  • Κάτι τέτοιο. Οι Καθολικοί πιστεύουν ότι έχουν απαντήσεις για όλα όσα επιτρέπεται να υπάρχουν ερωτήσεις. Στην απίθανη περίπτωση που κάτι δεν μπορεί να απαντηθεί περνώντας μέσα από το Καθολικό πρίσμα, τότε η ερώτηση δεν υπάρχει. Μπορεί κάποτε να φτιάξω ένα νούμερο με αυτό το θέμα. Θα το ονομάσω: Καθολική Αρχειοθέτηση Ερωταπαντήσεων. Θα έχει έναν πίνακα με δυο στήλες. Στη μια στήλη θα υπάρχουν χαρτάκια ερωτήσεων και στην άλλη χαρτάκια απαντήσεων. Το θέμα είναι ότι τα χαρτάκια θα είναι αναποδογυρισμένα, και θα υπάρχουν ανάμεσά τους και μερικά κενά. Τα κενά θα είναι οι ερωτήσεις που “δεν υπάρχουν”. Θα τραβάω χαρτάκια στα κουτουρού και θα τα στοιχειοθετώ. Για κάθε σωστή απάντηση,  θα κάνω μία επιτυχημένη τούμπα, αλλά αν πέφτω σε άδειο χαρτάκι θα τρώω τα μούτρα μου. Είμαι σίγουρος ότι το κοινό θα θέλει να πέφτω όλο στις λάθος ερωτήσεις.
  • Και πού θα το παίξεις αυτό, ρε Χανς;
  • Δεν θα το καταλάβει κανείς, ε;
  • Όχι, πώς. Το κακό δεν είναι αυτό. Το κακό είναι ότι θα το καταλάβουν αυτοί που πρέπει.
  • Η καριέρα του κλόουν, γενικά, ενέχει αυτόν τον κίνδυνο.
  • Δεν είσαι πια κλόουν.
  • Πάντα θα είμαι κλόουν. Είναι αυτό που είμαι, όχι απαραίτητα αυτό που κάνω.
  • Εννοούσα...
  • Δεν μ' ενδιαφέρει αν εννοούσες άλλο από αυτό που είπες. Γιατί όλοι λέτε άλλα, κι άλλα εννοείτε;
  • Χανς, εγώ είμαι φίλη σου...
  • Πού ήσουν, τότε, όταν οι Καθολικοί και ο κωλο-Κύκλος μου πήραν τη Μαρί;
  • Τότε δεν σε ήξερα. Τότε δεν είχες πει ακόμη την ιστορία σου.
  • Τη λέω ξανά και ξανά από τη στιγμή που γεννήθηκα. Η ιστορία μου είναι σαν την Ιστορία της Ανθρωπότητας, δαγκώνει την ουρά της και κυλάει, κυλάει, ώσπου να συρρικνωθεί σε μία τελεία και να μην μπορεί πια να κυλήσει. Τότε θα πεθάνω, ήσυχος ότι δεν άφησα τίποτα πίσω μου.
  • Υπάρχει μία ωραία λέξη...
  • “Τίποτα”.