Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Διαταραχές...





 

Anna: Ελπίζω να μη χρειαστεί να το ξανακάνουμε αυτό.
Yennefer: Δεν θα χρειαστεί. Έτσι κι αλλιώς, τα αποτελέσματα δεν δείχνουν ότι ευθύνεσαι εσύ για αυτή την ανωμαλία.
Anna: Και ποιος μπορεί να ευθύνεται; Ποιος μου το έκανε αυτό και γιατί;
Yennefer: Δεν έχω ιδέα. Δεν μπορώ να φανταστώ τον λόγο που κάποιος θέλησε να μπεις σε μια διάσταση που θα σε σκότωνε.
Jaskier: Να τον ξυπνούσαμε;
Yen: Μμμ; Α. Κοιμήθηκε; Γκέραλτ;
Geralt: Μμμ...
An: Αφήστε τον, δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς, όλοι χρειαζόμαστε ξεκούραση.
Jaskier: Αυτό ξαναπέσ-
Yen: Τσίρι!
Geralt: Τσίρι; Πού... πότε;
Jask: Όταν εμφανίζεσαι έτσι, μου κόβεις τη χολή. Μα, γιατί είσαι έτσι; Κάθισε...
Ciri: Πήγα στην Καταχνιά.
Yen: Τι έκανες, λέει;
Ciri: Τρομερό μέρος... Άννα, πώς βγήκες ζωντανή από 'κει;
An: Είχα μεγάλη τύχη, το ξέρω. Στο τσακ με έσωσε ο Άντον. Νομίζω ότι με κάποιο τρόπο το διαισθάνθηκε ότι κάτι συνέβαινε, δεν ξέρω πώς, και ήρθε και με βρήκε.
Ciri: Όλα εκεί κάτω είναι θολά και σκοτεινά, όλα βρώμικα, αλλαγμένα. Ή ίσως όχι αλλαγμένα, είναι όπως είναι αλλά δεν το βλέπουμε εδώ. Δεν θέλω να το σκέφτομαι. Ο αέρας είναι πηχτός, δυσκολεύει την ανάσα, δυσκολεύει την κίνηση, η θέληση αδυνατίζει, η μνήμη θολώνει, σε κάθε επίπεδο όλο και πιο πολύ παλεύεις με ένα δίχτυ που μπλέκεται πάνω σου...
Geralt: Στάσου, σε πόσα επίπεδα, δηλαδή, κατέβηκες;
Ciri: Σε πέντε.
Yen: Τσίρι!
An: Νομίζω, αν θυμάμαι καλά αυτά που μου έχει πει ο Άντον, ότι στο πέμπτο δεν κατεβαίνει και πολύς κόσμος...
Jask: Η Τσίρι δεν ανήκει στον πολύ κόσμο, αλλά και πάλι...
Ciri: Μην με κοιτάτε έτσι, είμαι καλά. Έχω πάει κι έχω πάει σε μέρη δύσκολα, άσχημα, αλλά αυτό είναι δύσκολο να το περιγράψω. Το θέμα είναι, όμως, ότι δεν κατάφερα να βγάλω άκρη.
Geralt: Δηλαδή;
Ciri: Δεν βρήκα τίποτα σημάδια, κάτι σαν παγίδα. Οτιδήποτε που να δείχνει ότι η κατάβαση ενός θνητού εκεί ήταν σχέδιο ενός μαγικού πλάσματος.
Yen: Αν ήταν παγίδα, θα ήταν στον επάνω κόσμο.
Ciri: Το ξέρω, αλλά κάτι θα φαινόταν εκεί, και ίσως πιο εύκολα, γιατί ο χρόνος επιβραδύνεται και τα ίχνη που θα είχαν εξαφανιστεί πια από τον επάνω κόσμο, εκεί ίσως να ήταν ακόμη ορατά. Οι γραμμές κατάληξης μιας μαγικής παγίδας.
Jask: Αυτό σίγουρα θα το διαπίστωνε με ακρίβεια ένας μάγος.
Geralt: Με τίποτα!
Yen: Έχει δίκιο, Γκέραλτ. Ίσως αν κατέβαινα κι εγώ εκεί κάτω, να βοηθούσα περισσότερο, να έβρισκα κάτι που ξέφυγε της Τσίρι.
Geralt: Γιεν, όχι. Δεν θα αντέξεις. Η Τσίρι έχει την ικανότητα να ταξιδεύει στους κόσμους έμφυτη.
An: Δεν θα ήθελα να κινδυνέψει κάποιος για χάρη μου. Ευχαριστώ, αλλά δεν μπορώ να δεχτώ.
Yen: Μην αυταπατάσαι, Άννα. Δεν θα το κάνω για 'σένα. Αυτό που έγινε είναι μια ανωμαλία και αν ξαναγίνει, θα θέσει σε κίνδυνο όχι μόνο πέντε ανθρώπους, αλλά ολόκληρο τον κόσμο σου. Η περίπτωσή σου μάλλον είναι τυχαία, η πρώτη από πολλές που θα ακολουθήσουν. Και δεν θα μείνει μόνο στις εξαφανίσεις ανθρώπων. Πλάσματα παγιδευμένα στη λήθη της Καταχνιάς θα βρουν διέξοδο στην επιφάνεια. Πλάσματα που, από όσο μπορώ να φανταστώ, δεν έχουν δουλειά στην επιφάνεια.
Geralt: Έχεις δίκιο. Γιεν, σαν τη...
Yen: σύζευξη των διαστάσεων στον δικό μας κόσμο, ναι, Γκέραλτ. Είναι πολύ σοβαρά τα πράγματα, και θα πρέπει να μιλήσουμε και με τον φίλο σου τον μάγο, Άννα.
An: Δεν είχα καταλάβει ότι είναι τόσο... Ναι, τον Άντον. Να καλέσω τον Άντον.
Jask: Για σταθείτε! Άννα, πότε είπες ότι το έπαθες αυτό;
Yen: Δεν νομίζω ότι η γνώμη σου...
Geralt: Γιεν, άσ' τον να μιλήσει.
An: Στις εικοσιεννιά.
Jask: Στις εικοσιεννέα Μαΐου;
An: Ναι, λίγο πριν το ξημέρωμα.
Geralt: Γιάσκερ, πού το πας;
Yen: Σςς, άσ' τον να μιλήσει.
Jask: Εκείνη την ημερομηνία δεν έγινε κάτι το ασύλληπτο; Δεν βούιξε ο μαγικός κόσμος;
Geralt: Από πότε παρακολουθείς τα γεγονότα και του μαγικού κόσμου;
Jask: Αυτό είναι ασήμαντο τώρα, αλλά μια που ρωτάς, αυτή τη φορά η μεγάλη μου αγάπη, η πολιτική, είναι μπλεγμένη με το εξωανθρώπινο και το μαγικό.
An: Τι έγινε, τέλος πάντων, εκείνη την ημερομηνία, εκτός από το... ασύλληπτο που εξετάζουμε τόσες ώρες;
Jask: Μα, πέθανε ένας, ως τότε, απέθαντος, ένα διάσημο βαμπίρ!
Geralt: Σωστά...
Yen: Σωστά...
Geralt: Ο...
Jask: Μην πείτε το όνομά του!
Yen: Ανόητες προκαταλήψεις, αλλά, τέλος πάντων, δεν χρειάζεται να το πούμε.
An: Δεν έχω ιδέα για ποιον μιλάτε. Βαμπίρ; Απέθαντος;
Yen: Μα, φυσικά, αυτό είναι! Γιάσκερ, ομολογώ ότι μερικές φορές δεν είσαι τελείως άχρηστος.
Jask: Με συγκινεί η καλοσύνη σου, Λαίδη μου.
Yen: Κόφ' το, γιατί μπορώ να σε στείλω πολύ μακριά, αν με τσαντίσεις. Λοιπόν, ναι, αυτό είναι. Άννα, αυτό που έζησες ήταν το αποτέλεσμα μιας δυνατής αναταραχής στα ενεργειακά πεδία των διαστάσεων.
Gelat: Φυσικά. Θα υπάρξουν κι άλλα κρούσματα, κι άλλες διαταραχές, πρέπει να έχουμε τον νου μας.
Yen: Πιο αδύναμες, όμως. Όσο περνάει ο καιρός, θα καταλαγιάζει.
An: Μα, δεν καταλαβαίνω, πείτε μου κι εμένα, εξηγήστε μου.
Jask: Μα, γλυκιά μας φίλη, μα, κοιτάξτε την, έχει κιόλας ξεχάσει.
Geralt: Τόσο το καλύτερο γι' αυτήν.
An: Αισθάνομαι σαν αντικείμενο μελέτης.
Jask: Ω, ησύχασε, δεν είναι τίποτα. Έτσι γίνεται όταν πεθαίνει ένα βαμπίρ χωρίς τη βοήθεια ενός βιέτζμιν, σαν τον φίλο μας εδώ.
Yen: Τσίρι; Τσίρι; Χμ, κοιμήθηκε.
An: Εγώ επιμένω ότι δεν κατάλαβα. Θα μου πείτε;
Geralt: Θα σου πούμε.


 

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Σύσκεψη. Ένα.


 


 
    Anna: Λαίδη Γιέννεφερ...
    Yennefer: Τα πράγματα είναι σοβαρά, Άννα, ας αφήσουμε τις τυπικότητες.
    An: Ευχαρίστως.
    Yen: Τώρα, θα χρειαστώ ένα αντικείμενο που αγαπάς, κάτι που σου έχει δώσει μεγάλη χαρά, που έχει μαζέψει ενέργεια από το σώμα και τη σκέψη σου.
    An: Ένα βιβλίο, κάνει;
    Yen: Αν είναι αγαπημένο σου, βέβαια.
    An: Τι άλλο;
    Yen: Μερικά πράγματα ακόμη: ένα άδειο δοχείο, γυάλινο προτιμότερα, μία τρίχα απ' τα μαλλιά σου και, μην το ξεχάσω, κάνε μου τη χάρη και φτύσε λίγο σάλιο σ' αυτό το πετσετάκι -Γιάσκερ, αν έχεις την καλοσύνη να μη ρουθουνίζεις με νόημα θα βοηθήσεις πολύ, ευχαριστώ.
    Jaskier: Μα, είναι τόσο κλασική σκηνή: “καλημέρα” “κόψε τις καλημέρες, έχουμε δουλειά! Φέρε αυτό, φέρε το άλλο...”
    Geralt: Γιάσκερ, πράγματι βιαζόμαστε. Η φίλη μας εδώ χρειάζεται τη βοήθεια και τη συμβουλή μας.
    Yen: Τελειώσατε; Ωραία, αν μου επιτρέπετε τώρα, θα ξεκινήσω τη διαδικασία. Μια διαδικασία που απαιτεί, πάνω απ' όλα, ησυχία. Καθίστε κάπου παράμερα, δεν μ' ενδιαφέρει πού, αρκεί να μην μπλέκεστε στα πόδια μου και, ει δυνατόν, να μη σας βλέπω.
    Jaskier: Φυσικά, Λαίδη Γιέννεφερ, Αλοίμονο...
    Yen: Άννα, από 'σένα θα χρειαστώ εμπιστοσύνη. Έχε το μυαλό σου ανοιχτό και ήρεμο, άφησέ με να μπω μέσα και να-
    An: Μέσα; Πώς μέσα; Τι μέσα, δηλαδή;
    Geralt: Γιεν, δείξε λίγη κατανόηση.
    Yen: Ωραία. Άννα, μας είπες ότι βρέθηκες κατά λάθος σε μία διάσταση όπου δεν θα μπορούσες κανονικά να μπεις. Λέγεται “Καταχνιά”, αν δεν κάνω λάθος;
    An: Ναι, ακριβώς.
    Yen: Μας είπες, επίσης, ότι αυτό είναι πολύ επικίνδυνο και ότι δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να επαναληφθεί, πράγμα με το οποίο θα συμφωνήσω. Ο άλλος φίλος σου ο μάγος-
    An: Ο Άντον.
    Yen: Μη με διακόπτεις. Ο Άντον, λοιπόν, το ψάχνει με δικά του μέσα και σε συμβούλεψε να ζητήσεις βοήθεια κι από όσους ακόμα μπορείς. Ζήτησες βοήθεια από εμάς, τον Γκέραλτ κι εμένα -δεν καταλαβαίνω γιατί βρίσκεται ο βάρδος εδώ...
    Jaskier: Έι! Ο βάρδος βρίσκεται εδώ για λόγους συντροφικότητας και υποστήριξης.
    Yen: Βρίσκεσαι εδώ για να μαζέψεις υλικό για την επόμενη μπαλάντα σου, και σταμάτα!
    Geralt: Γιεν...
    Yen: Όχι τώρα, Γκέραλτ. Δεν θ' ασχοληθώ άλλο. Παρεμπιπτόντως, πού είναι η Τσίρι;
    Geralt:
    Yen: Την ειδοποιήσατε, έτσι δεν είναι; Καλά. Τώρα, Άννα, κάθισε σ' αυτή την καρέκλα και άφησέ με να διαβάσω τις αναμνήσεις σου. Μπορεί να βρω κάτι που νομίζεις ότι έχεις ξεχάσει και να το φέρω στην επιφάνεια. Είναι τεράστιας σημασίας αυτό, πίστεψέ με.
    An: Καταλαβαίνω. Φοβάμαι λίγο.
    Yen: Δεν πειράζει. Έτοιμη;
    An: Εεε...

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Συζήτηση με τον Φωτεινό μάγο Anton Gorodetsky. Τέσσερα. Ξενέρωμα.




  • Που λες, Άννα...
  • Μου-χου;
  • Το 'μαθες καλά το “άσπρο πάτο”.
  • Είχα καλό δάσκαλο.
  • Νιώθω άσχημα;
  • Δεν ξέρω, νιώσε όπως θες. Αλλά πες μου, σε παρακαλώ: δηλαδή έτσι κάνετε εσείς όταν μεθάτε;
  • Γιατί, εσείς στη χώρα σου τι κάνετε;
  • Τι λες;
  • Για το δάχτυλο στον λαιμό, λέω.
  • Μπιάχ, αυτό δεν το 'χω κάνει ποτέ στη ζωή μου!
  • Αλήθεια;
  • Ναι, αλήθεια, και δεν εννοούσα “εσείς οι Ρώσοι” αλλά “εσείς οι μάγοι”, τέλος πάντων.
  • Α.
  • Ου.
  • Ναι, κοίταξε, η μέθοδός μας βασίζεται στην ίδια αρχή...
  • “Ήπια μέχρι σκασμού και για να μη σκάσω το βγάζω”.
  • Ακριβώς. Μην κατσουφιάζεις. Είσαι καλύτερα τώρα, δεν είσαι;
  • Και τότε, ποιος ο λόγος να πίνει κανείς;
  • Να είναι μεθυσμένος μέχρι το μεθύσι να επιτελέσει τον σκοπό του.
  • Ποιον σκοπό;
  • Γιατί ήπιες σαν να μην υπάρχει αύριο;
  • Γιατί δεν άντεχα αυτό που συνέβαινε.
  • Ακριβώς. Δηλαδή, το μυαλό σου δεν άντεχε και είχε ανάγκη να θολώσει λίγο -ή πολύ.
  • Ναι, αλλά ξεμ- με ξεμέθυσες σχεδόν αμέσως.
  • Το παράκανες, και είχες αρχίσει να χαλιέσαι. Σε λίγο θα αρρώσταινες, και άμα σε άφηνα έτσι, θα ήσουν όλη τη μέρα άρρωστη.
  • Μα, και πάλι... χμ, δεν θέλω να το θυμάμαι.
  • Δεν υπάρχει ανώδυνος τρόπος να ξεμεθύσεις.
  • Αυτό είναι αλήθεια, γαμώτο. Ποτέ ξανά.
  • Αλλά, με τον δικό μου τρόπο κράτησε λίγο, είδες;
  • Μα τι ακριβώς έκανες;
  • Ε, αντί για δάχτυλο στον λαιμό, εμείς βάζουμε -ας πούμε- δάχτυλο κατευθείαν στο συκώτι.
  • Άντον;
  • Ναι.
  • Μην μου ξαναμιλήσεις για λίγο.
  • Μα, έχουμε να πούμε...
  • Ναι, ξέρω. Για το ατύχημα. Αλλά μείνε για λίγο ήσυχος, σε παρακαλώ. Άσε με, να, εδώ, να καθίσω λίγο μόνη μου.
  • Όπως νομίζεις...
  • Θέλω να αναλογιστώ τα προβλήματα της σημερινής κοινωνίας και ιδιαιτέρως των νέων, οι οποίοι, κάτω από την καθημερινή πίεση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και του οικογενειακού κύκλου, καλούνται να πάρουν αποφάσεις που θα καθορίσουν τη ζωή τους και γι' αυτό τον λόγο στηρίζονται συχνά σε εξωτερικά βοηθήματα, όπως ουσίες που υπόσχονται...
  • Κοινώς, θέλεις να ρίξεις έναν υπνάκο.
  • Άντε, γεια σου.

Συζήτηση με τον Φωτεινό μάγο Anton Gorodetsky. Τρία. Ατύχημα.



  • Άντον; Πού είμαστε;
  • Στην Καταχνιά.
  • Φοβάμαι.
  • Το ξέρω. Πιάσε το χέρι μου.
  • Τι κάνω;
  • Μείνε ήσυχη και ανάπνεε αργά. Είμαστε κοντά.
  • Πού;
  • Στην επόμενη έξοδο.
  • Γιατί...
  • Μη μιλάς, θα κουραστείς πιο γρήγορα.
  • ...έξοδο;
  • Χρειάζεσαι μία ασφαλή έξοδο, είσαι άνθρωπος. Να, εδώ είναι κιόλας. Μη φοβάσαι, πέρνα. Μαζί μου.

  • Άννα; Είσαι καλύτερα τώρα;
  • Ναι, νομίζω.
  • Έχεις πάλι χρώμα, άρα είσαι.
  • Μα, ήμασταν στ' αλήθεια στην Καταχνιά;
  • Ήθελα να σε ρωτήσω το ίδιο.
  • Δηλαδή;
  • Δηλαδή, ναι, ήμασταν, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πώς βρεθήκαμε εκεί. Για την ακρίβεια, πώς βρέθηκες εσύ εκεί.
  • Και πού θες να ξέρω εγώ;
  • Καταρχήν, ηρέμησε, κόντεψες να πεθάνεις εκεί κάτω.
  • ...
  • Νομίζω ότι τώρα μπορώ να σου πω την αλήθεια, ε; Ένας άνθρωπος, όπως σου έχω εξηγήσει, δεν μπορεί να μπαινοβγαίνει στην Καταχνιά.
  • Εγώ όμως πήγα.
  • Εσύ όμως πήγες.
  • Άντον, πώς έγινε αυτό;
  • Δώσε μου λίγο χρόνο να λιποθυμήσω κι εγώ με την ησυχία μου από την τρομάρα, και μετά αρχίνα τις ερωτήσεις, σε παρακαλώ!
  • Τρομάρα; Εσύ;
  • Ναι, γιατί, τι είμαι 'γω;
  • Συνηθισμένος σ' αυτά τα μέρη;
  • Συνηθισμένος ή όχι, βρέθηκα μαζί σου σ' αυτά τα μέρη και δεν ήξερα τι να σε κάνω!
  • Έλα, μη φωνάζεις, μια χαρά τα πήγες. Τι λέω; Σπουδαία τα πήγες! Μ' έπιασες απ' το χέρι, δεν μ' άφησες να πανικοβληθώ και βρήκες την ασφαλή έξοδο στο πι και φι.
  • Πρώτον, η ώρα που πέρασες στην Καταχνιά δεν ήταν “πι και φι”.
  • Μα...
  • Είκοσι δευτερόλεπτα! Απορώ που στέκεσαι εδώ, μπροστά μου, και μου μιλάς!
  • Ε, τέλος πάντων, σταμάτα να λες ότι δεν θα 'πρεπε να ήμουν ζωντανή!
  • Αλήθεια λέω.
  • Να που είμαι, όμως. Εντάξει; Μπήκα στην Καταχνιά, το ξεπερνάμε;
  • Πολύ εύκολο να το λες, για ρώτα κι εμένα...
  • Τι εννοείς;
  • Τώρα θα πρέπει να αποφασίσω τι θα σε κάνω.
  • Άντον, τι εννοείς;
  • Μην κάνεις έτσι. Δεν είναι αυτό που νομίζεις.
  • Τι πιστεύεις ότι νομίζω;
  • Χμ... Κάτσε να φέρω ένα ποτό, γιατί το χρειαζόμαστε κι οι δύο. Για να συνεννοηθούμε.
  • Βότκα από τη Ρωσία; Φέρ' την εδώ.
  • Σιγά-σιγά, δεν είναι νερό...
  • Ξέρω, ναι. Μπάααχ!
  • Καίει, ε;
  • Ναι, χαχαχαχα... καίει... Ούουου... η βότκα καιαίει...
  • Κιόλας;
  • Τι -πφφχιιχιχ- κιόλας;
  • Τίποτα, δώσ' μου λίγη.
  • Χιχιχι...
  • Που έλεγα, Άννα, φίλη μου -ναι, κάτσε να πιω λίγο κι εγώ και θα σ' το ξαναδώσω- τώρα πρέπει να σκεφτώ σοβαρά τι γίνεται μ' εσένα.
  • Ααα...
  • Βλέπεις, η θέση μου είναι δύσκολη. Από τη μια, είσαι φίλη μου. Από την άλλη, είσαι άνθρωπος.
  • Ναι; Χιχι...
  • Ναι, σίγουρα, εκατό τοις εκατό -ορίστε, λύσσαξες, πιες. Και σαν άνθρωπος, μου έθεσες σήμερα δύο τεράστια ερωτήματα που, ακόμη και αν υποθέσουμε-
  • Υποθέζιουμε...
  • Ναι. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι θα ήθελα να κρύψω από τη Νυχτερινή Φρουρά το γεγονός αυτό, το ατύχημα, ας το πούμε έτσι γιατί κάπως πρέπει να το λέμε, δεν θα μπορούσα. Παρακολουθείς;
  • It 's a long way... to Tipperaryyy...
  • Δεν πειράζει, καλύτερα. Έλεγα, λοιπόν, ότι πρέπει να βρω απαντήσεις για τα δύο αυτά ερωτήματα. Πρώτον, πώς στα κομμάτια μπήκες στην Καταχνιά; Δεύτερον, τι θα κάνουμε -τι θα κάνω- γι' αυτό; Σίγουρα δεν μπορώ να αφήσω ένα ατύχημα σαν κι αυτό να επαναληφθεί, έχω την ευθύνη σου και όχι μόνο. Γιατί σίγουρα, την επόμενη φορά δεν θα βγεις από την Καταχνιά. Τώρα στάθηκες τυχερή, δεν φαντάζεσαι πόσο. Ακόμη και στο πρώτο επίπεδο, είναι...
  • Θανάστιμη. Γιαθρώπους;
  • Αυτό. Δώσε μου λίγη βό- καλά, πότε πρόλαβες και κατέβασες το μισό μπουκάλι; Οπότε, καταλήγω, το πρώτο που πρέπει να γίνει είναι να ξεκινήσω από το δεύτερο πρόβλημα: να σου σβήσω την ανάμνηση. Και μετά θα σκεφτώ με την ησυχία μου το πρώτο. Αλλά, υπάρχει και ένα τρίτο πρόβλημα.
  • Μμμ;
  • Ναι, ότι θα χρειαστώ λεπτομέρειες. Τι ένιωσες πριν μπεις, τι είδες, τι άκουσες και τι σκέφτηκες ακόμα. Με ποιον μίλησες.
  • Χα;
  • Κατ' επέκταση, Άννα, συγγνώμη γι' αυτό που θα κάνω τώρα.
  • Τι; ...
  • Έλα, έλα, αυτό ήταν. Σε λίγο θα έχει περάσει. Πω πω, έπρεπε να φέρω κουβά πρώτα.
  • Αααγκχχχ!!!
  • Χάλια το πάτωμα.
  • Τι-μου-έ-κα-νες
  • Κάτι πολύ συνηθισμένο στην παρέα μου. Φρόντισα να ξεμεθύσεις στο πι και φι.
  • Θα-σε αααργκχχ...
  • Έλα, εντάξει. Καλά πίνουμε, αλλά μετά ας προσέχουμε το συκώτι μας, ε; Θα καθαρίσω εδώ, εσύ ξάπλωσε λίγο, και μετά θα σου φτιάξω ένα ρόφημα και έχουμε να μιλήσουμε.
  • Άντον;
  • Ναι.
  • Ποτέ. Ξανά.
  • Τα 'παμε κι άλλοι.

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Πηγαδάκι με Geralt και Ciri.

Φωτό από την πολωνική τηλεοπτική σειρά του 2002. Εμφανίζονται ο Michal Zebrowski στο ρόλο του Geralt και η  Marta Bitner στο ρόλο της Ciri.



Anna: Το λοιπόν, τα μάθατε τα νέα;
Geralt: Ποια νέα;
Anna: Σας κάνουν, λέει, σειρά. Στην τηλεόραση.
Geralt: Αχμ. Να τα πάλι...
Ciri: Εμένα μου αρέσει.
A.: Μα, ναι, γιατί να μην σου αρέσει;
G.: Αλοίμονο, τι να μην της αρέσει;
C.: Ναι, για πες, τι να μην μου αρέσει;
G.: Θα πάρουν τη ζωή σου, θα την κάνουν πιο εμφανίσιμη...
C.: Πιο εμφανίσιμη;
G.: Ναι, πώς να σ' το πω; Θα τη λουστράρουν. Για παράδειγμα, θυμάσαι που ήσουν στην καλύβα του Βυσογκότα;
C.: Ναι, πώς δεν θυμάμαι.
G.: Χάλια ήσουν, ε;
C.: Τώρα, τι ρωτάς; Δεν ξέρεις;
G.: Φαντάσου να σε κοιτάζαν κάτι εκατομμύρια ξένοι όλες εκείνες τις ώρες που ψηνόσουν, πόναγες, παραμίλαγες και δεν ήξερες αν θα τη βγάλεις, που πνιγόσουν από το φλέμα σου και είχες το πρόσωπο πρησμένο από την κακουχία και παραμορφωμένο από το τραύμα.
C.: Δεν θα μου άρεσε αυτό, αλήθεια.
G.: Ναι, και δεν θα το δείξουν έτσι. Θα σε δείξουν όμορφη, γιατί “έτσι πρέπει να είναι οι ήρωες”, με τα μαλλάκια σου ψεκασμένα ελαφρώς με ψεύτικο ιδρώτα -νερό, δηλαδή- και τα χειλάκια σου κατακόκκινα, λες και είχες φάει μούρα πριν ξαπλώσεις...
C.: Κατάλαβα.
G.: Και, βέβαια, θα χώσουν μια ωραιότατη, παθιασμένη ιστορία αγάπης με τραγικό τέλος.
A.: Ή και όχι.
C.: Δηλαδή;
A.: Όπως το βλέπω εγώ, θα βάλουν μια ιστορία αγάπης που θα τραβήξει τόσο, όσο να πούμε “αμάν” μόνο και μόνο για να γίνει αυτό που φαινόταν από την αρχή ότι θα γίνει...
G.: Ότι, δηλαδή, θα το πάρεις το κορίτσι.
A.: Το αγόρι, σιγά μην την δείξουν να παίρνει το κορίτσι.
C.: Τέλος πάντων, έχετε αρχίσει να μ' εκνευρίζετε. Σταματήστε να ασχολείστε μαζί μου!
G.: Και πού να δεις τη σειρά, Τσίρι...
C.: Πολύ αρνητικοί είστε και οι δύο. Πού το ξέρετε από τώρα ότι θα είναι τόσο χάλια η σειρά, ακόμη δεν βγήκε; Εξάλλου, έχει ξαναγίνει και δεν ήταν τόοοσο χάλια... Κι ας λένε κάποιοι. Τουλάχιστον, το κλίμα το είχε πιάσει.
G.: Ποιο κλίμα;
C.: Το κλίμα, Γκέραλτ. Το να αποδώσει κάποιος μια ιστορία είναι δύσκολο πράγμα.
G.: Πολλή παρέα με βάρδους κάνεις.
C.: Ποιος μιλάει. Έλεγα, λοιπόν, ότι είναι δύσκολο. Σύμμαχος σε αυτή την προσπάθεια είναι το κλίμα.
G.: Ε, στην καινούργια σειρά, να είσαι σίγουρη ότι το κλίμα θα είναι... ζεστό. Πολύ.
C.: Τι λες πάλι;
G.: Ε, να, άμα γίνονται τόσες εκρήξεις, δεν θα έχει ζέστη;
C.: Άννα, παρ' του τη βότκα, σε παρακαλώ. Δεν φτιάχνεις κανένα τσαγάκι;
G.: Όχι, σοβαρολογώ. Μιλάμε για... πώς το λένε; Αμερικάνικη;
A.: Ναι, αμερικάνικη.
G.: Μάλιστα, αμερικάνικη παραγωγή.
C.: Ε, και;
G.: Άμα δεν γίνουν πέντε-έξι εκρήξεις σε κάθε επεισόδιο, πώς.
C.: Τι εκρήξεις; Τους μάγους λες;
G.: Τους μάγους, τους Σκίουρους... γενικά: εκρήξεις. Θα είναι μια εκρηκτική σειρά, από όλες τις απόψεις. Θα δεις, ακόμα και τα καταπότια μου θα τα δείχνει να κάνουν μπαμ. Φουσκαλίτσες απ' το στόμα θα βγάζω, κάθε που θα τα πίνω.
C.: Νομίζω ότι υπερβάλλεις. Και ότι έχεις μεθύσει. Πρέπει να σου βρούμε μια ωραία σπηλιά με ένα ωραίο τέρας, γιατί μου φαίνεται ότι έχεις πάλι τα νεύρα σου. Αλλά όχι τώρα. Πρώτα να πιεις κανένα τσαγάκι.
G.: Εγώ υπερβάλλω;
C.: Κάνεις την πάπια για τα υπόλοιπα, ε;
G.: Που έλεγα, εγώ υπερβάλλω; Μιλάμε για αμερικάνικη παραγωγή. Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Ε, Άννα, βάλε λίγη βότκα ακόμα!
A.: Έφτασεεε!

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον μάγο Harry Blackstone Copperfield Dresden. Δύο. Χαμόγελο.







  • Εδώ είναι καλύτερα. Ένα απλό κιόσκι στο πάρκο. Είδες, όταν φτιάχνει ο καιρός;
  • Καλά είναι. Φυσάει λίγο.
  • Μη γίνεσαι γκρινιάρης. Τώρα, κάτι ξεκίνησες να μου λες στο τηλέφωνο, μέχρι που τα 'φτυσε η γραμμή.
  • Ναι, για το χαμόγελο στην καταπιεστική του μορφή. Για τη χρήση του σαν άμυνα.
  • Είμαι όλο αυτιά.
  • Σου έλεγα για 'κείνο το παιδάκι, τον Chris, δύο-δυόμιση ετών ήταν. Με άφησαν οι γονείς του μόνο μου, να το προσέχω. Εγώ ούτε που το ήξερα καλά-καλά το νήπιο, άλλες δυο φορές το 'χα δει, αλλά φρόντισαν να με ενημερώσουν για την αδιαφορία του να παίζει με παιχνίδια και την αγαπημένη του ενασχόληση, το να παίζει με τους μεγάλους. O.K., είπα, λογικά μέχρι εδώ. Αλλά δεν μου είπαν για το αγαπημένο του παιχνίδι με μεγάλους. Το έλεγε “aphi”...
  • Πώς το έλεγε; Άφι;
  • Ναι, μη με ρωτάς γιατί.
  • Ντανταϊστικά.
  • Ναι.
  • Και πώς παιζόταν αυτό το άφι;
  • Είχε ως εξής: εγώ ήμουν ο σάκος του μποξ και το μικρό αγγελούδι ο μποξέρ.
  • Α, γνωστότατο παιχνίδι.
  • Μόνο που ο μικρός παραήταν ενθουσιώδης και εφευρετικός.
  • Πόσο εφευρετικός, δηλαδή; Για πες...
  • Σε εξιτάρει, ε;
  • Χε χε... Μ' αρέσει να σε βλέπω να ματώνεις. Η αντοχή σου δείχνει υπερφυσική.
  • Θα σου απαντούσα, αλλά τελευταία έχω βάλει ως στόχο να μη βρίζω πολύ. Λοιπόν, ο μικρός έπαιζε σαν σκακιστής. Με παρατηρούσε καλά-καλά, από όλες τις μεριές, έπειτα έκανε λίγο πίσω, να, έτσι, σαν να υπολόγιζε.
  • Λίγο ανατριχιαστική συμπεριφορά, ως τώρα.
  • Θα έλεγες; Στη συνέχεια, διάλεγε το όπλο του. Δεν ήταν πάντα οι φαινομενικά αθώες μπουνίτσες του, όοοχι... Είχε εκεί δίπλα του έτοιμα διάφορα “παιχνίδια που δεν χρησιμοποιούσε ποτέ”, όπως υποστήριζαν οι ταλαίπωροι και πονηροί γονείς που τον φόρτωσαν σ' εμένα εκείνο το απόγευμα.
  • Τι παιχνίδια; Τανάλιες και πένσες;
  • Κοροϊδεύεις;
  • Όχι ρε παιδί μου, ρωτάω.
  • Παιχνίδια: μια πλαστική μπάλα, ένας τεράστιος πάνινος γάτος με τεράστια πλαστικά παπούτσια κολλημένα στις δύο πίσω πατούσες του -έπρεπε να είναι τεράστια, γιατί ήταν για παιδιά κάτω των τριών ετών, καταλαβαίνεις- ένα μπωλ χρωματιστές κιμωλίες που του άφησαν εκεί με την οδηγία σ' εμένα “μόνο με δική σου επίβλεψη”, και, τέλος, ένα ποδήλατο-αυτοκινητάκι. Αυτό ήταν το χειρότερο.
  • Γιατί; Τι έκανε, σε βάραγε με αυτό;
  • Με έβαζε να τον τραβολογάω γύρω-γύρω στην αυλή, γιατί δεν είχε καταλάβει τον λόγο ύπαρξης των πεταλιών, και άμα σταματούσα για μια ανάσα, τσίριζε σε σημείο που θα νόμιζε η γειτονιά ότι τον έδερνα.
  • Ωχ.
  • Ωχ”, δεν θα πει τίποτα. Ανάθεμα το αυτοκινητάκι, πιάστηκε η μέση μου να σκύβω να το τραβολογάω σε όλη την αυλή. Τουλάχιστον δεκαπέντε κιλά έσερνα. Με το αυτοκινητάκι με εκβίαζε κλαίγοντας, με τις κιμωλίες με μουτζούρωνε -ενίοτε τις πετούσε πάνω μου- και με τον γάτο με βάραγε -είχε εκείνα τα μεγάλα πλαστικά παπούτσια, όπως σου είπα. Α, είναι και η μπάλα, αλλά μ' αυτή με πέτυχε μόνο μία φορά, οι άλλες πέρασαν ξώφαλτσα. Ευτυχώς, είναι δύσκολο για ένα δίχρονο να σημαδεύσει με μπάλα. Τσούζει, η άτιμη. Κάθε φορά που με πετύχαινε με κάτι, φώναζε “άφι!”, λες και είχε σκοράρει.
  • Κακομοίρη Χάρρυ. Αλλά, πού κολλάει το χαμόγελο σε όλα αυτά; Ξεκίνησες την κουβέντα για να μου πεις για το χαμόγελο ως άμυνα.
  • Βεβαίως, θα φτάσω κι εκεί. Κάθε φορά, λοιπόν, που κουραζόμουν -γινόμουν ψυχολογικά και σωματικά ένα ράκος, για να μιλήσω με ακρίβεια- και πήγαινα να σταματήσω, ο μικρός έβαζε τα κλάματα. Αυτόματα, έκανα κάθε δυνατή προσπάθεια να τον ησυχάσω: του χαμογελούσα πλατιά, χτύπαγα τα χέρια σαν μωρό, ό,τι μπορούσα για να του δείξω ότι περνάμε καλά και παίζουμε και είμαστε χαρούμενοι και...
  • Κατάλαβα, ηρέμησε.
  • Τι να ηρεμήσω; Το παιδί ήταν τέρας. Δεν μιλάμε για απλώς κακομαθημένο, θα έλεγα δαίμονας, αλλά ξέρω καλύτερα.
  • Καταλαβαίνω. Μία μικρή παρατήση, δεν λέμε “αλλά ξέρω καλύτερα” στα ελληνικά.
  • Άντε χέσου, βρήκες την ώρα για μάθημα γλώσσας! Συγγνώμη, “άντε αφόδευσε” ήθελα να πω.
  • Σωστά, ας μη βρίζουμε. Αλλά, συνέχισε. Για το καταπιεστικό χαμόγελο.
  • Κατάλαβα, τότε, ότι ο μικρός εκπαιδευόταν στη χειραγώγηση από τα γεννοφάσκια του. Δεν είχε βγάλει την πάνα ακόμα, αλλά ήξερε να απαιτεί από τους άλλους απόδειξη της υπεροχής του. Γιατί όταν χαμογελάς σαν ηλίθιος χωρίς λόγο, για να σε συμπαθήσουν ή απλά για να μην μπλέκεις, μπαίνεις αυτόματα σε κατώτερη θέση.
  • Ουάου.
  • Αχά. Απλώς σκέψου την κατάσταση αντικαθιστώντας το δίχρονο παιδί με έναν κουστουμαρισμένο πενηντάρη, και το “άφι” με... δεν ξέρω, τι κάνουν οι “επιτυχημένοι” ενήλικες;
  • Βαράνε τους άλλους με παπουτσωμένους γάτους.
  • Χμ.
  • Κόβουν μισθούς, απολύουν, σε κόβουν στις εξετάσεις του πανεπιστημίου, με λίγα λόγια, παρεμποδίζουν τις υποθέσεις σου και καταπατούν τα δικαιώματά σου, γιατί απλά μπορούν.
  • Ακριβώς. Και άμα τους χαμογελάς δουλικά, το μόνο που καταφέρνεις είναι να τους επιτρέπεις να συνεχίσουν. Αλλά υπάρχει και το χαμόγελο της ανωτερότητας.
  • Τώρα με μπέρδεψες.
  • Ε, σε κάποια φάση συνειδητοποιείς ότι ο μόνος τρόπος να επικοινωνείς με μωρά και με μωρούς, είναι να τους χαμογελάς.
  • Ρε Χάρρυ, είσαι φιλόσοφος.
  • Βρίσκεις;

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Πηγαδάκι με Elric και Ciri.






  • Επ! Έλρικ; Τι κάνεις εσύ εδώ;
  • Έπρεπε να έρθω, για να σου θυμίσω κάτι.
  • Τι να μου θυμίσεις;
  • Αυτό που σου είπα τις προάλλες. Για τον έναν εχθρό που έχουμε όλοι.
  • Α, τώρα ξέρω ποιος είναι!
  • Ποιος είναι;
  • Η ηλιθιότητα! Κατάρα στην ηλιθιότητα!
  • Δεν εννοούσα αυτό... Δεν έχεις καταλάβει τίποτα ακόμη.
  • Μα, τι λες;
  • Εγώ πάντως, συμφωνώ με την Άννα.
  • Τσίρι;
  • Μα, ναι. Μου τα 'πε ο Γκέραλτ. Σε κάνουν θηρίο κάτι άνθρωποι, έτσι;
  • Εμένα μου λες;
  • Ηρεμήστε και οι δύο, μα τον Άριοχ!
  • Ποιος είναι αυτός; Μ' αρέσει.
  • Σςς, ο Έλρικ του Μελνιμπονέ είναι, και μίλα καλύτερα.
  • Σταματήστε! Λοιπόν, Άννα. Μέχρι στιγμής δύο φίλοι σου που, αν μη τι άλλο, γνωρίζουν καλά από μεγάλα προβλήματα και δραστικές λύσεις, ο Γκέραλτ και ο Άντον, σου έχουν πει το ίδιο πράγμα: η βία δεν είναι λύση. Και είμαι σίγουρος ότι θα σ' το πουν κι άλλοι.
  • Όχι εγώ!
  • Εσύ, νεαρά, σιωπή.
  • Δεν θα μου πεις εμένα...
  • Σςς, Τσίρι, θα σου πει, θα σου πει.
  • Μα, ποιος είναι ο τυπάς και κατά πού πέφτει αυτό το Μελνιμπονέ;
  • Προσπερνώ την άγνοιά σου, γιατί ο χρόνος μου σε αυτόν τον κόσμο είναι περιορισμένος. Και στις δυο σας έχω να πω το εξής: ο εχθρός μας είναι ο ίδιος μας ο εαυτός.
  • Μα τι λες; Άννα, τι λέει αυτός;
  • Η Άννα δεν λέει τίποτα, από ό,τι βλέπω. Και ξέρεις γιατί; Γιατί κατάλαβε τι εννοώ με αυτό. Εσύ είσαι πολύ μικρή ακόμα για να...
  • Άκου να σου πω, που θα με πεις μικρή, εμένα με κυνηγούσαν πάντα από δυο κόσμους φονιάδες!
  • Μόνο από δύο; Χα.
  • Δεν μου αρέσει να με περιφρονούν. Με κυνηγούσαν, όπως είπα, οι μισοί να με σκοτώσουν, οι άλλοι μισοί να με αιχμαλωτίσουν, να με χρησιμοποιήσουν για τους σκοπούς τους. Και τι έκανα;
  • Ξέρω τι έκανες. Βλέπω το σπαθί που κουβαλάς.
  • Δεν κάθισα ούτε λεπτό, αυτό έκανα! Δεν κάθισα να με φάνε. Εμένα ο εαυτός μου ήταν, τις περισσότερες φορές, ο μόνος που είχα. Αν δεν στεκόμουν στα πόδια μου...
  • Δεν χρειάζεται τόση προσπάθεια να δείξεις τη δύναμή σου. Εγώ έχω μια ερώτηση να σου κάνω, σ' αυτό το σημείο: πόσοι φίλοι σε βοήθησαν;
  • Πολλοί, δεν είπα το αντίθετο. Αλλά δεν θα μου πει κανείς ότι ο εαυτός μου είναι εχθρός.
  • Και ποιος σ' έφερε στη θέση να αμύνεσαι;
  • Οι άλλοι!
  • Κοίτα, Τσίρι, ο Έλρικ θέλει να πει...
  • Άσ' την. Αν καταλάβει κάποτε, θα καταλάβει. Η φωτιά καίει πολύ δυνατά μέσα της, την τυφλώνει. Το θέμα είναι ότι εσύ περπατάς πάνω στην κόψη, και πότε γέρνεις από τη μια πλευρά, πότε απ' την άλλη.
  • Και τι πρέπει να κάνω, Έλρικ; Να διαλέξω από πού θα πέσω;
  • Να μάθεις ισορροπία.
  • Α, αυτό μου θύμισε 'κείνο που λέει “το πεπρωμένο είναι ένα σπαθί με δύο κόψεις”.
  • Πρέπει να φύγω, τώρα. Έχω αρχίσει να κουράζομαι εδώ.
  • Έλρικ, σ' ευχαριστώ.
  • Κι εγώ φεύγω. Πάω να τα πω ένα χεράκι του Γκέραλτ.
  • Τι φταίει τώρα ο Γκέραλτ;
  • Που σου λέει τέτοιες μαλακίες, ότι η βία δεν είναι λύση!
  • Τσίρι...
  • Άσε με! Πάντως, ωραίος ο φίλος σου. Τον συμπάθησα, κι ας τσακωθήκαμε.
  • Αν ήξερες τι έχει κάνει στον κόσμο του, μπορεί να μην τον συμπαθούσες.
  • Μα, αυτός; Αυτός φαίνεται να βγήκε από ναό της Μελιτέλε. Τι; Τι γελάς έτσι; Τι είπα, που είναι τόοοσο αστείο; Πφφφ...

Συζήτηση με τον Φωτεινό μάγο Anton Gorodetsky. Δύο. Wax in, wax out.







  • Άντον, δεν είμαι καλά.
  • Το βλέπω, τρέμεις. Και, χμ, όχι μόνο αυτό.
  • Έχεις χρόνο, να σε πρήξω;
  • Πες μου, τι έχεις;
  • Από πού ν' αρχίσω...
  • Ξεκίνα, και θα έρθουν μόνα τους.
  • Καλά. Όλα ξεκίνησαν εκείνο το καταραμένο πρωινό του Απρίλη -είκοσι μία ο μήνας, παρακαλώ, νά 'ταν σύμπτωση;- που μου είπε το τραγικό «Δεν πιστεύω στην Εξέλιξη».
  • Αχάαα...
  • Κατάλαβες, ε; Να συνεχίσω;
  • Οπωσδήποτε. Έχεις αρχίσει να φτιάχνεις άσχημα πράγματα γύρω σου.
  • Τι;
  • Πάνω απ' το κεφάλι σου αιωρείται κάτι πολύ επικίνδυνο, Άννα. Πες τα, σε παρακαλώ, να ξεσπάσεις, για να μην με αναγκάσεις να επέμβω πάνω σου μέσα απ' το Λυκόφως.
  • Αν είναι έτσι... Λοιπόν, της λέω «Τι εννοείς; Δεν πιστεύεις στη Θεωρία της Εξέλιξης;» Θέλω πάντα να σιγουρεύομαι πριν βαρέσω άνθρωπο, καταλαβαίνεις.
  • Φυσικά.
  • Μου λέει, η αυτοκτονική, «Όχι, δεν πιστεύω στην Εξέλιξη, ούτε στους πρωτόγονους, ούτε στη Μεγάλη Έκρηξη και σε όλα αυτά τα παραμύθια». Τα παραμύθια, Άντον, ακούς;
  • Ακούω, ακούω. Πιο ήρεμα, όμως, αν θες... Μαυρίζει...
  • Ποιο μαυρίζει;
  • Αυτό, πάνω απ' το κεφάλι σου. Πάρε μια βαθιά ανάσα. Έτσι. Τώρα, συνέχισε.
  • Και τι μου λέει παρακάτω;
  • Μαντεύω.
  • Ναι, ακριβώς. Μου λέει «Πιστεύω στην Εδέμ» - στην Εδέμ, Άντον!- «στους πρωτόπλαστους και στον εξαποδώ».
  • Κι εσύ τι της είπες;
  • Τι να της πω; Υπήρχε κάτι να της πω μετά απ' αυτά; Καθόμουν στη μούγκα, άναβα το ένα άφιλτρο δίπλα στ' άλλο, κάνοντας ταυτόχρονα από μέσα μου γουόξ ιν, γουόξ άουτ, μπας και γλιτώσουμε το μοιραίο.
  • Μαύρισες και τα πνευμόνια σου, εκτός από την αύρα σου. Ε, ρε Άννα...
  • Όχι, δεν με κατάλαβες. Απλώς τα άναβα και τα έβαζα δίπλα-δίπλα στο τασάκι, για να μην έχει χώρο για το δικό της τσιγάρο. Έτσι, για να της τη σπάσω. Γελάς, ε;
  • Και, αυτό το κόλπο, βοήθησε;
  • Τι να βοηθήσει; Πήρε τη σιωπή μου για τάπωμα και συνέχισε, ενθαρρυμένη! Μου λέει, «Η μικρή μου είναι πάλι άρρωστη. Αμ, ξέρω εγώ, μας ψεκάζουν.»
  • Ωχ, αυτό πρέπει να σου χτύπησε καμπανάκι, ε;
  • Πιο πολύ από τα προηγούμενα; Αλλά, ναι. Χτύπησε. Της λέω, «Κι εμείς αρρωσταίναμε, τα ξέχασες; Εγώ όλο με ανεμοβλογιά ήμουν.» Και μου κάνει, «Και τα αεροπλάνα; Τι σου λένε τ' αεροπλάνα;» Ε, αυτό ήταν, Άντον.
  • Τι “σου είπαν” τ' αεροπλάνα;
  • Μου είπαν ότι την άφησα στο πεζοδρόμιο να αιμορραγεί από τη μύτη. Γιατί άνθρωπος είμαι κι εγώ, και η αντοχή μου στη βλακεία έχει όρια, και τέλος πάντων, κάτι φορές τα λόγια τελειώνουν.
  • Και μετά, τι έγινε;
  • Τι να γίνει; Προσπαθούσα ν' αποφασίσω αν θα τη βοηθούσα να σηκωθεί, ή θα την άφηνα εκεί χάμω, να αναλογιστεί τη δύναμη της βαρύτητας.
  • ...
  • Έκανα το δεύτερο. Σηκώθηκα κι έφυγα, της άφησα και το λογαριασμό για τους καφέδες -αυτό ήταν κακό, το ομολογώ- κι εκείνη να φωνάζει «Ντα ζε μπιάζω, μαλαγκιζμένη, ντα ντειζ». Μη γελάς, τα πράγματα είναι σοβαρά.
  • Έλα, μωρέ.
  • Τι “έλα μωρέ”;
  • Δίνεις πολλή σημασία...
  • Με δουλεύεις; Και, για νά 'χουμε καλό ρώτημα, εσύ, πώς τα καταφέρνεις; Πώς ζεις;
  • Όπως όλοι.
  • Δηλαδή;
  • Γουόξ ιν, γουόξ άουτ.
  • Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο, ε;
  • Σαν τι να κάνουμε; Ν' αρχίσουμε να βαράμε όσους-
  • Πάνε τον κόσμο πίσω; Ναι!
  • Τον πάνε, Άννα, αλλά και η βία το ίδιο.
  • Έχεις δίκιο, αλλά...
  • Δεν υπάρχει “αλλά”. Η βία θα ξαναγυρίσει τον Άνθρωπο στις σπηλιές. Και μόλις βγήκαμε. Η λύση είναι, καταρχήν, η παιδεία.
  • Ουφ... συμφωνώ. Έχεις δίκιο, Άντον.
  • Είσαι καλύτερα.
  • Ναι, το νιώθω. Αναπνέω καλύτερα. Έφυγε και το μαύρο πράγμα που σε ανησύχησε πριν, ε;
  • Έφυγε.
  • Αλλά, για πες μου: η παιδεία δεν αρκεί, έτσι;
  • ...
  • Από τον τρόπο που κουνάς το κεφάλι σου, καταλαβαίνω ότι συμφωνούμε. Στα κλειστά μυαλά, η παιδεία δεν λειτουργεί. Και τι μένει; Άντον; Έλα, μην κάνεις έτσι. Πω πω... Πώς κρέμασε έτσι το ύφος σου; Εσύ είσαι έτοιμος να κλάψεις! Άντον, σε παρακαλώ. Γαμώτο, εσένα τώρα ποιος θα σε φτιάξει;

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον witcher Geralt. Δύο. Άνθρωποι.




  • Γκέραλτ, θέλω να ξέρεις ότι σε καταλαβαίνω.
  • Ευχαριστώ για την κατανόηση.
  • Μερικές φορές, όμως, αυτό το υφάκι σου...
  • Δεν σε αφήνει να με συμπαθείς, ξέρω.
  • Άσε με να σου πω. Λοιπόν, σε καταλαβαίνω που θυμώνεις με τους ανθρώπους.
  • Τι σου κάνανε πάλι, τα τέρατα;
  • Δύσκολο να απαντηθεί. Τίποτα, ή ίσως... Άσ' το αυτό. Το θέμα είναι ότι με τσαντίζουν, για να το πω όσο πιο μαλακά γίνεται.
  • Πάρε.
  • Τι 'ναι αυτό;
  • Απόσταγμα από διάφορα βότανα. Μην ανησυχείς, ακίνδυνο για ανθρώπους.
  • Μμμ, καλό.
  • Ένας φίλος το φτιάχνει.
  • Θέλω να ρωτήσω;
  • Όχι. Για πες, λοιπόν; Οι άνθρωποι...
  • Να, όταν είναι υποκριτές και ξεροκέφαλοι, δεν μπορώ. Θέλω να τους τα πω χύμα.
  • Και γιατί δεν το κάνεις;
  • Γιατί κανείς δεν ζήτησε τη γνώμη μου.
  • Και περιμένεις να σου πουν “μίλα” για να μιλήσεις;
  • Δεν είναι τόσο απλό, και το ξέρεις. Η γνώμη έχει βαρύτητα, έχει ευθύνη. Το να την εκφράσεις θέλει σκέψη και προσοχή.
  • Το ξέρω πολύ καλά αυτό, πίστεψέ με. Κουβαλάω σπαθί μια ζωή. Και η γνώμη κάποιου με όπλο έχει μεγάλη βαρύτητα.
  • Μπορώ να το φανταστώ. Μερικές φορές έχω σκεφτεί ότι αν είχα κι εγώ ένα...
  • Μην το πεις. Όχι, Άννα. Δεν θα ήθελες να είχες ένα σπαθί στο χέρι σου, θάνατο στη συνείδησή σου.
  • Οι κουβέντες δεν φέρνουν πάντα αποτέλεσμα.
  • Όχι, δεν φέρνουν. Ούτε και το σπαθί, όμως. Και πρόσεχε με αυτό το ποτό, είναι δυνατό.
  • Ναι, παρ' το καλύτερα. Το θέμα είναι ότι νιώθω ανήμπορη κάτι φορές. Ότι δεν μπορώ να ανοίξω το κεφάλι κάποιου και να του χώσω με τη βία μέσα την εικόνα.
  • Την εικόνα;
  • Ναι, την πραγματική εικόνα και όχι αυτή που διαλέγει να βλέπει αυτός. Το ξέρω ότι ακούγομαι αλαζόνας, ότι τα ξέρω όλα...
  • Μην ανησυχείς, μ' εμένα μιλάς. Συνήθως έτσι με χαρακτηρίζουν οι άνθρωποι, ακόμα κι οι φίλοι.
  • Και όχι μόνο οι άνθρωποι, ε;
  • Ναι, και τα ξωτικά και οι νάνοι. Ο καθένας όταν δεν τον συμφέρουν αυτά που λέω. Το ότι έχω γνώμη.
  • Και τι κάνεις τότε, ρε Γκέραλτ;
  • Πολλές φορές, φεύγω. Άλλες φορές, κάνω αυτό που νομίζω ότι είναι το σωστό, κι ας μην αρέσει σε κανέναν.
  • Χωρίς να σε νοιάζει ποιον θα πληγώσεις;
  • Αυτό είναι άλλη κουβέντα. Οι πράξεις μας έχουν συνέπειες. Απλά διαλέγεις.
  • Κάποιον, δηλαδή, θα πληγώσω, όπως και να 'χει.
  • Συνήθως, ναι. Μπορεί να πληγώσεις κάποιον που δεν τον ξέρεις. Το ότι δεν τον ξέρεις, όμως, δεν τον κάνει ανύπαρκτο. Και μία σου απόφαση μπορεί να έχει σοβαρό αντίκτυπο στη ζωή του.
  • Δωσ' το πάλι αυτό.
  • Μία-μία γουλιά.
  • Αφού είπες ότι είναι ακίνδυνο.
  • Ναι, αλλά εσύ όχι.
  • Τι θες να πεις με αυτό;
  • Ότι είμαστε όλοι όπλα έτοιμα να κόψουν κεφάλια. Κι ας μην κρατάμε σπαθί. Κι ας μη φαίνεται το αίμα. Ότι οι αποφάσεις μας είναι επικίνδυνες. Οπότε, καλό είναι να τις παίρνουμε όταν είμαστε νηφάλιοι, ψύχραιμοι, λογικοί.
  • Εσύ το λες αυτό;
  • Ακριβώς, εγώ το λέω αυτό.
  • Έχεις δίκιο. Συγγνώμη. Σ' ευχαριστώ, Γκέραλτ, για την κουβέντα. Ήταν χρήσιμη.
  • Χαίρομαι. Τώρα, για πες μου, την άκουσες την καινούργια μπαλάντα του φίλου μας;

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον Elric of Melnibone. Ένα. Εχθρός.


  • Έλρικ.
  • Ποιος ταράζει τον διαλογισμό μου;
  • Μία περιπλανώμενη ψυχή, σαν κι εσένα.
  • Και τι μπορώ να κάνω εγώ για μία περιπλανώμενη ψυχή;
  • Να τη βοηθήσεις να μη χαθεί.
  • Να βρει την Αιώνια Πόλη;
  • Να βρει την Αιώνια Πόλη, ναι.
  • Δεν ξέρω τον τρόπο.
  • Μα, έχεις βρεθεί στην Τάνελορν ξανά.
  • Αυτή θα διαλέξει να σου παρουσιαστεί, ποτέ δεν μένει σ' ένα σημείο. Όσο και να την ψάχνεις, δεν θα σου εμφανιστεί, εκτός κι αν γίνεις αντάξιά της.
  • Θα με βοηθήσεις να γίνω αντάξιά της;
  • Αυτό ίσως να μπορώ να το κάνω για 'σένα.
  • Θα μου δείξεις έναν τρόπο να νικήσω τον εχθρό;
  • Θα σου πω το εξής: ένας είναι ο εχθρός για κάθε άνθρωπο. Για κάθε ψυχή. Ένας. Το να τον αναγνωρίσεις είναι το πρώτο βήμα για το ταξίδι σου.
  • Πού τελειώνει το ταξίδι;
  • Σίγουρα όχι στην Αιώνια Πόλη, αυτή είναι μόνο ένας σταθμός.
  • Εσύ που είσαι τώρα, Έλρικ;
  • Σε 'κείνο το μέρος που για τον καθένα μας είναι άδειο και ψυχρό και ακίνητο. Φως δεν σπάει το σκοτάδι και αέρας δεν φυσάει εδώ, κι όμως, νιώθω ότι όλα είναι όπως πρέπει. Νιώθω ήσυχος.
  • Γιατί; Ακούγεται φοβερό μέρος.
  • Δεν είναι. Απλά, δεν είναι ούτε ωραίο. Είναι αδιάφορο, σαν να μην υπάρχει.
  • Και αυτό είναι καλό;
  • Είναι άνετο. Εύκολο.
  • Ποτέ σου δεν επιζήτησες την άνεση, ούτε την ευκολία.
  • Κέρδισα την ανάπαυση, όμως, δεν το νομίζεις; Φύγε τώρα, μην με ταράζεις άλλο.
  • Έλρικ, ήθελα...
  • Φύγε. Φτάνει τόσο.

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον μάγο Harry Blackstone Copperfield Dresden. Ένα. Απολεσθέντα.




  • Εντάξει; Βολεύτηκες;
  • Ναι, μια χαρά.
  • Τι “μια χαρά”; Σαν τελικό σίγμα είσαι, καημένε. Πού να χωρέσουν αυτά τα μακαρονοπόδαρα στα παιδικά καθίσματα;
  • Είμαι μαθημένος. Ευλύγιστος.
  • Δε μου λες, γιατί ήρθαμε στον παιδότοπο; Και μάλιστα νύχτα, που είναι άδειος και πρέπει να κρυβόμαστε κι απ' τον νυχτοφύλακα;
  • Μου αρέσουν οι παιδότοποι. Είναι ένα από τα λίγα μέρη με θετική ενέργεια.
  • Και με την ελάχιστη τεχνολογία, ε;
  • Κι αυτό. Πλέον, και η πιο μικρή καφετέρια έχει WiFi.
  • Το οποίο χάνεται με το που μπαίνεις εσύ.
  • Χώρια τα καμμένα λάπτοπ.
  • Την επόμενη φορά μπορούμε να πάμε στο βουνό.
  • Τσκ. Τηλεπικοινωνίες.
  • Έχεις σκεφτεί τη γείωση;
  • Δεν είναι αστείο.
  • Κι όμως, είναι. Κι όχι μόνο αστείο, αλλά και απλό. Ένα καλωδιάκι και μια τρύπα στο παπούτσι...
  • ...
  • Εντάξει, το κόβω. Ξέρεις, ένα φίλος ρωτούσε για 'σένα.
  • Α;
  • Ναι, ο Jjohn από το sff.gr.
  • Α, ο Τζονάκης. Καλό παιδί.
  • Ναι, μου 'πε “περιμένω να δω τι έχει να πει ο Χάρης ο Ντρέσντεν”. “Ο Χαρούλης;” του λέω, “στόμα έχει και μιλιά δεν έχει”. Συνήθως, γιατί σήμερα σε βλέπω κάπως έξω απ' τα νερά σου. Τι έχεις;
  • Προβλήματα στη δουλειά.
  • Τι προβλήματα; Αν επιτρέπεται να μου πεις, δηλαδή.
  • Να, ένας πελάτης μου ζήτησε να του βρω το χαμένο του παιδί.
  • Γι' αυτό ήρθαμε στον παιδότοπο;
  • Σκέφτεσαι πριν μιλήσεις;
  • Ωραία, ωραία, είπα βλακεία. Ας το προσπεράσουμε, σε παρακαλώ.
  • Από την άλλη, μέσα στον αυθορμητισμό σου, δεν τα πήγες τελείως χάλια: μάλλον ήθελα να με τυλίξει κάτι άλλο, κάτι πιο χαρούμενο από τη μαυρίλα των τελευταίων ημερών.
  • Χάρρυ, τι τρέχει;
  • Το παιδί του πελάτη μου. Το βρήκα.
  • Νεκρό;
  • Όχι. Χειρότερα. Δεν μπορώ να σ' το εξηγήσω χωρίς να μας βρει το πρωί, αλλά το παιδί δεν είναι άνθρωπος. Ποτέ δεν ήταν. Είναι κάτι πολύ, πολύ κακό, τόσο, που ένας μάγος θα χρειαστεί συμμάχους χειρότερους από αυτό, αν πρέπει να το αντιμετωπίσει.
  • Δεν σε βλέπω μωλωπισμένο, με εγκαύματα, πληγές ή κατάγματα, οπότε υποθέτω ότι δεν το αντιμετώπισες ακόμα.
  • Ελπίζω πως ούτε πρόκειται. Προς το παρόν, εφάρμοσα την πιο απλή, την πιο αρχαία και γνωστή σε όλο τον κόσμο τακτική που κάθε λογικός μάγος θα εφάρμοζε σ' αυτή την περίπτωση: έβαλα τα πόδια στην πλάτη κι έτρεξα στους Μεγάλους.
  • Όταν λες Μεγάλους...
  • Εννοώ τους Επτά, το Λευκό Συμβούλιο.
  • Και τι σου είπανε;
  • Εκεί τελειώνουν αυτά που μπορώ να μοιραστώ. Εκεί σταματάμε, αλλιώς ένας τύπος με μια τεράστια σπάθα θα εμφανιστεί από το πουθενά και... Εσύ εντάξει θα είσαι, εμένα θα κάνει κιμά.
  • Χμ. Ναι, ας σταματήσουμε. Και στον πατέρα; Τι είπες στο πατέρα του “παιδιού”;
  • Αυτό είναι που έχω να αντιμετωπίσω. Θα του μιλήσω αύριο κιόλας.
  • Και; Τι θα του πεις;
  • Δεν έχω ιδέα. Τείνω προς το ψέμα “δεν βρήκα τον γιο σας”, αλλά αυτό θα δώσει τροφή στις ελπίδες του. Δεν θα πάψει ποτέ να τον ψάχνει.
  • Και πώς αλλιώς; Τι άλλο μπορεί να γίνει;
  • Τίποτα, μάλλον τίποτα.
  • Ωραία είναι εδώ, είχες δίκιο. Ήσυχα.
  • Ναι, ήσυχα. Λυπάμαι για την πρώτη μας κουβέντα. Δεν πήγε όπως ήθελες, έτσι;
  • Μη λυπάσαι για κάτι τέτοια, χαζέ. Γείωσέ τα.

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον τροβαδούρο Jaskier. Ένα. Λουλούδια.





  • Γεια σου, Γιάσκιερ.
  • Χαιρετώ την όμορφη, όσο κι έξυπνη...
  • Κόφ' το. Και άσε κάτω το χέρι.
  • Μα, αν δεν χειροφιλήσω την οικοδέσποινα...
  • Κόφ' το, είπα, μη σε χειροτονήσω.
  • Καλά, καλά. Πρέπει να το θυμάμαι, οι καιροί οι ρομαντικοί έχουν παρέλθει.
  • Έλα, μην κατσουφιάζεις. Μην κάνεις σαν τον άλλο όταν μιλάνε για πεπρωμένο.
  • Χα χα, ναι, και για τις αμοιβές των σύγχρονων ... πώς είναι βιέτζμιν στη γλώσσα σου;
  • Δεν είναι. Δεν υπάρχει λέξη. Ας τους λέμε “κυνηγούς”, να τελειώνουμε.
  • Πώς κατσουφιάζει όταν ακούει για τις αμοιβές των σύγχρονων κυνηγών...
  • Και για τους σύγχρονους κυνηγούς...
  • Και για πριγκίπισσες, πού τις πας τις πριγκίπισσες;
  • Χα, ναι, μην ακούσει για πριγκίπισσα...
  • Σε καλό σου, Αννούσκα, πώς τη γύρισες έτσι την κουβέντα;
  • Το σημαντικό είναι ότι έπιασε: γέλασες. Για την ακρίβεια, δάκρυσες.
  • Ε, ξέρεις, εμείς οι ποιητές...
  • Τώρα θα γελάσω εγώ. Αλλά, δεν σε κάλεσα σήμερα εδώ για να μιλήσουμε για τον Γκέραλτ.
  • Φυσικά.
  • Φυσικά;
  • Μα, κανείς δεν θα τον ήξερε αν δεν ήμουν εγώ με τις μπαλάντες μου! Όμως, και ποιος δεν ήξερε εμένα; Ήμουν ήδη διάσημος όταν με γνώρισε ο φίλος μας και, πάλι καλά. Γιατί, το πόσο του χρειάστηκαν οι γνωριμίες και η γοητεία μου...
  • Χμφ... Αυτό που θα ήθελα να συζητήσουμε σήμερα, αγαπητέ τροβαδούρε, είναι η σχέση σου με τα λουλούδια.
  • Α, το αγαπημένο μου θέμα: γυναίκες.
  • Γιάσκιερ, όχι “γυναίκες”.
  • Όχι γυναίκες; Πού το πας;
  • Θέλω να πω, θα μιλήσουμε για λουλούδια, άνθη, πώς το λένε, τα αναπαραγωγικά όργανα των φυτών.
  • Αναπαραγωγικά όργανα; Και μου λες ότι δεν θα συζητήσουμε για το αγαπημένο μου θέμα;
  • Χρειάζομαι ένα ποτό.
  • Πάντα είναι καλή ώρα για ζύθο! Έτσι δεν το λέτε σ' αυτή την πανέμορφη, φωτεινή και ποικιλόχρωμη χώρα σας;
  • Ναι, ναι, έτσι το λέμε. Εις υγείαν.
  • Να ζντρόβιε.
  • Λοιπόν, Γιάσκιερ. Διάλεξες αυτό το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο.
  • Υπάρχει και το ξενόγλωσσο: Νταντελάιον.
  • Ναι, βέβαια. Ποιο προτιμάς;
  • Να σου πω. Όπως καταλαβαίνεις, το Γιάσκιερ μου ακούγεται καλύτερα, μια και είναι λέξη της γλώσσας μου. Από την άλλη, το Νταντελάιον έχει κάτι το μεγαλοπρεπές, που πιστεύω μου ταιριάζει. Θα προτιμήσω το πρώτο, επειδή το διάλεξα εγώ για τον εαυτό μου, αλλά θα αγαπήσω το δεύτερο, που το διάλεξαν οι θαυμαστές μου σε όλο τον κόσμο.
  • Κατάλαβα. Πες μου κάτι ακόμη, όμως. Είναι και τα δύο ονόματα λουλουδιών. Γιάσκιερ είναι ο ταραξάκος και νταντελάιον η πικραλίδα. Κανένα από τα δύο δεν ακούγεται ταιριαστά για όνομα ανθρώπου στη γλώσσα μου, αλλά, εσύ ποιο θα διάλεγες;
  • Εσύ;
  • Θα σου πω μετά.
  • Νομίζω ότι δεν είναι τόσο δύσκολο να μαντέψω. Θα διάλεγες τον ταραξάκο, ε; “Ο διάσημος τροβαδούρος Ταραξάκος για μία και μοναδική εμφάνιση στο αρχαίο θέατρο της...”
  • Ναι, σωστά μάντεψες. Πιστεύω ότι σου ταιριάζει γάντι το "Ταραξάκος". Τι λες;
  • Λοιπόν, ποτέ δεν χάλασα χατίρι σε μια κυρία. Θα προτιμήσω κι εγώ αυτό, αν είναι να διαλέξω. Εκτός κι αν βγάλουμε μαζί κάποιο καινούργιο.
  • Δεν ξέρω. Όλα τα αγαπημένα μου λουλούδια έχουν θηλυκά ή ουδέτερα ονόματα.
  • Και ποια είναι αυτά;
  • Η μαργαρίτα, το ηλιολούλουδο, το τριαντάφυλλο. Α, για κάτσε! Ηλίανθο το λένε, αρσενικό, ο ηλίανθος. Αυτό είναι! Μπορώ να σε λέω Ήλιο;
  • Αγαπητή μου, δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή για έναν άνδρα από να τον αποκαλεί μια ευγενική και γοητευτική ύπαρξη, όπως εσύ, “Ήλιο της”.
  • Γκλουπ, γκλουπ. 
  • Να ζντρόβιε. Για πες μου, όμως, Αννούσκα. Με τον άλλο, για τι θέμα μιλήσατε;
  • Με τον άλλο ήταν πιο εύκολη η κουβέντα.
  • Θα το προσπεράσω, για να μην προσβληθώ. Μα, δεν μου απάντησες. Για τι μιλήσατε;
  • Για κρέατα.

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον Φωτεινό μάγο Anton Gorodetsky. Ένα. Συνέπεια.








  • Καλωσήρθες, Άντον Γκοροτέτσκι. Ήταν καλό το ταξίδι;
  • Καλώς σε βρήκα, Άννα Μακρή. Ήταν σύντομο, αλλά κουραστικό. Η Καταχνιά στο δεύτερο επίπεδο δεν είναι τόσο εξαντλητική όσο στα επόμενα, αλλά, φίλη μου, δεν μένεις και δίπλα.
  • Καταλαβαίνω. Γιατί δεν πήρες απλά το αεροπλάνο;
  • Κακοκαιρία στη Μόσχα. Μας έφερα και το απαραίτητο συνοδευτικό της κουβέντας.
  • Βότκα και σαλάμι. Για να σπάσει ο πάγος, ε; Σ' ευχαριστώ, είσαι πολύ ευγενικός.
  • Υπάρχει πάγος;
  • Με φλερτάρεις;
  • Εννοούσα αν έχεις παγάκια για τη βότκα! Θα τα χρειαστείς. Εγώ την πίνω σκέτη, σαν γνήσιος Ρώσος.
  • Θα δοκιμάσω τον ρώσικο τρόπο.
  • Ο ρώσικος τρόπος είναι να πίνεις ασταμάτητα μέχρι να τελειώσει το μπουκάλι και μετά να ανοίγεις το επόμενο, κι αυτό για ολόκληρο το διήμερο.
  • Ένα-ένα. Ας αρχίσουμε με το να μη βάζω πάγο.
  • Συμφωνώ. Εξάλλου, δουλεύω απόψε.
  • Πες μου κάτι, Άντον: πώς είναι να είσαι Άλλος;
  • Κατευθείαν στο ψαχνό, ε;
  • Αφού δεν έχουμε πάγο.
  • Κοίταξε, δεν διαφέρει και τόσο πολύ από το να είσαι άνθρωπος, τελικά.
  • Δηλαδή;
  • Θα σου πω. Άσπρο πάτο.
  • Άσπρο πάτο.
  • Λοιπόν, το να είσαι Άλλος έχει, καταρχήν, το εξής χαρακτηριστικό: γνωρίζεις. Γνωρίζεις πράγματα που κανείς δεν θα ήθελε να τα ξέρει. Πράγματα που σε κάνουν να κοπιάζεις να βγάλεις την επόμενη μέρα, και το εννοώ αυτό με πολλούς τρόπους. Ψυχολογικά, ηθικά, φιλοσοφικά, πρακτικά...
  • Δεν διαφέρεις και πολύ από έναν δημοσιογράφο, ας πούμε.
  • Αν αυτός ο δημοσιογράφος μάχεται σε όλες τις σημαντικές μάχες της ανθρωπότητας, αν η ζωή του και ο θάνατός του δεν του ανήκουν, τότε ναι.
  • Και πώς το χειρίζεσαι εσύ, ένας Φωτεινός αυτό;
  • Άσπρο πάτο για το “Φωτεινός”.
  • Άσπρο πάτο. Λοιπόν;
  • Το να είσαι Φωτεινός, μια και το έθεσες, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Πολύ πιο δύσκολο από το να είσαι Άλλος, είναι το να παραμείνεις Φωτεινός ή Σκοτεινός Άλλος.
  • Η συνέπεια, δηλαδή, είναι πιο δύσκολη από τη διαφορετικότητα.
  • Ναι. Κι αυτό γιατί τι σημαίνει “διαφορετικότητα”; Εσύ είσαι διαφορετική. Πάντα ήσουν.
  • Πού ξέρεις τόσα για 'μένα;
  • Άννα, βλέπω την αύρα σου.
  • Αυτό μόνο;
  • Δεν θέλεις να μάθεις κι άλλα, πίστεψέ με. Τέλος πάντων, μου το επιβεβαίωσες με την αντίδρασή σου. Ωραία. Ήσουν το μαύρο πρόβατο στο κοπάδι, από μικρή. Πόσο δύσκολο ήταν αυτό;
  • Πολύ.
  • Και πόσο δύσκολο ήταν να μείνεις έτσι, πάντα, και να μην ακολουθήσεις το εκάστοτε ρεύμα που δεν σου ταίριαζε αλλά ήταν... η αναίμακτη επιλογή; Πόσο δύσκολο ήταν να παλέψεις με τις αμφιβολίες και να ξέρεις πάντα τι κάνεις και γιατί το κάνεις;
  • Άσπρο πάτο.
  • Άσπρο πάτο. Οπότε, έχεις μια μικρή ιδέα για το πόσο δύσκολο είναι να μείνει κανείς στην πλευρά που έχει διαλέξει. Διάλεξα κάποτε το Φως. Και αυτό είναι.
  • Κάποιοι έχουν αναρωτηθεί γιατί επιμένεις τόσο, μετά από τα όσα έχουν αποκαλυφθεί.
  • Γιατί Φωτεινός και Σκοτεινός δεν σημαίνει καλός και κακός. Αυτό μπερδεύουν οι άνθρωποι. Γιατί, δυστυχώς, υπάρχουν οι δύο πλευρές και πρέπει, αφού υπάρχουν, να τις κρατάμε σε ισορροπία. Γιατί, τέλος, αν δεν κρατήσω αυτή την ισορροπία μέσα μου, “είμαι Φωτεινός”, θα τρελαθώ. Αυτοί που αναρωτιούνται, προφανώς δεν έχουν μπει στον κόπο να κρατήσουν μια γνώμη για πάνω από δύο μέρες.
  • Πρέπει να σου γνωρίσω τον Χανς. Κάποτε είπε “οι άνθρωποι μπερδεύουν τον φανατισμό με τη συνέπεια”.
  • Ακούγεται εξαιρετικός άνθρωπος.
  • Είναι.
  • Είσαι σίγουρη ότι δεν είναι Άλλος;
  • Πώς μπορώ να ξέρω;
  • Χμ...
  • Ένα τελευταίο;
  • Ένα τελευταίο, για τον δρόμο. Άσπρο πάτο.
  • Άσπρο πάτο, Άντον. Θα τα ξαναπούμε.
  • Το ελπίζω, Άννα.

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον Hans Schnier. Ένα. Οικογένεια.



  • Μην ξεχνάς το “από τους Σνηρ του λιγνίτη”.
  • Αν είναι σημαντικό για 'σένα, εντάξει: από τους Σνηρ του λιγνίτη.
  • Είναι. Πάντα ήταν.
  • Γιατί;
  • Πάρε τσιγάρο.
  • Ευχαριστώ. Θα μου πεις τώρα;
  • Τι;
  • Χέσε μας. Ξέρεις τι. Για την οικογένειά σου.
  • Δεν προτιμάς να πάμε κάπου ευχάριστα; Για χορό, ίσως;
  • Άλλη φορά. Σήμερα δεν έχω κέφι.
  • Καλά. Άκου, λοιπόν. Η οικογένειά μου είναι αυτή που είναι και μη με βάζεις να τα ξαναλέω.
  • Ξέρω, ακόμα και στην οδοντόκρεμα...
  • Έχουν μετοχές, ναι. Κι εδώ θα έλεγε κάποιος “εκτός αυτού”.
  • Αλλά, εσύ θα πεις...
  • Ότι, δεν υπάρχει “εκτός αυτού”. Δεν είναι δυνατόν να ξεχάσω, δεν θα μ' αφήσει κανείς να ξεχάσω, ποτέ, ότι είμαι ένας Σνηρ. Γαμώτο, σαν φτέρνισμα ακούγεται!
  • Ενώ είσαι πρόθυμος να ξεχάσεις;
  • Φυσικά και είμαι! Ποτέ δεν θέλησα τίποτα, ούτε πφένιχ από τα κωλοεκατομμύριά τους, και θα άλλαζα και τ' όνομά μου ακόμη, αν μ' ένοιαζε τόσο ώστε να μπω στον κόπο.
  • Οικογένεια, όμως, δεν είναι μόνο οι γονείς.
  • Το ρακί, καλό είναι;
  • Καλό, πιες. Λοιπόν;
  • Τι λοιπόν;
  • Ο αδερφός σου;
  • Τώρα τι θες και τους μπλέκεις στην κουβέντα τους Καθολικούς;
  • Εγώ δεν σε ρώτησα για τους Καθολικούς, για τον Λεό σε ρώτησα.
  • Κοίτα, Άννα: ο Λεό έγινε Καθολικός, και όταν γίνεται κανείς κάτι τέτοιο, παύει να είναι.
  • Εννοείς ότι πήρες τον προσηλυτισμό του τόσο βαριά, που είναι σαν να έχει πεθάνει για 'σένα;
  • Όχι βέβαια. Αυτό ισχύει για άλλους. Για τη μάνα μου, ας πούμε. Δεν την έχω στο μυαλό μου ακριβώς σαν ζωντανή. Αλλά για τον Λεό, όχι, δεν εννοούσα αυτό. Εννοούσα ότι, απλώς, έγινε Καθολικός.
  • Και τι σημαίνει αυτό;
  • Σημαίνει ότι έκλεισε το μυαλό του σε οποιαδήποτε πιθανότητα, πιστεύει ότι έχει τακτοποιήσει όλες τις ερωτήσεις μαζί με τις απαντήσεις τους σε καθαρά, γυαλιστερά κουτάκια: φτάνει να του κάνεις μια ερώτηση και θ' ανοίξει ένα κουτάκι. Θα βγάλει από μέσα την καρτέλλα και θα διαβάσει φωναχτά την καταχωρημένη απάντηση.
  • Σαν ληξιαρχείο μου ακούγεται.
  • Κάτι τέτοιο. Οι Καθολικοί πιστεύουν ότι έχουν απαντήσεις για όλα όσα επιτρέπεται να υπάρχουν ερωτήσεις. Στην απίθανη περίπτωση που κάτι δεν μπορεί να απαντηθεί περνώντας μέσα από το Καθολικό πρίσμα, τότε η ερώτηση δεν υπάρχει. Μπορεί κάποτε να φτιάξω ένα νούμερο με αυτό το θέμα. Θα το ονομάσω: Καθολική Αρχειοθέτηση Ερωταπαντήσεων. Θα έχει έναν πίνακα με δυο στήλες. Στη μια στήλη θα υπάρχουν χαρτάκια ερωτήσεων και στην άλλη χαρτάκια απαντήσεων. Το θέμα είναι ότι τα χαρτάκια θα είναι αναποδογυρισμένα, και θα υπάρχουν ανάμεσά τους και μερικά κενά. Τα κενά θα είναι οι ερωτήσεις που “δεν υπάρχουν”. Θα τραβάω χαρτάκια στα κουτουρού και θα τα στοιχειοθετώ. Για κάθε σωστή απάντηση,  θα κάνω μία επιτυχημένη τούμπα, αλλά αν πέφτω σε άδειο χαρτάκι θα τρώω τα μούτρα μου. Είμαι σίγουρος ότι το κοινό θα θέλει να πέφτω όλο στις λάθος ερωτήσεις.
  • Και πού θα το παίξεις αυτό, ρε Χανς;
  • Δεν θα το καταλάβει κανείς, ε;
  • Όχι, πώς. Το κακό δεν είναι αυτό. Το κακό είναι ότι θα το καταλάβουν αυτοί που πρέπει.
  • Η καριέρα του κλόουν, γενικά, ενέχει αυτόν τον κίνδυνο.
  • Δεν είσαι πια κλόουν.
  • Πάντα θα είμαι κλόουν. Είναι αυτό που είμαι, όχι απαραίτητα αυτό που κάνω.
  • Εννοούσα...
  • Δεν μ' ενδιαφέρει αν εννοούσες άλλο από αυτό που είπες. Γιατί όλοι λέτε άλλα, κι άλλα εννοείτε;
  • Χανς, εγώ είμαι φίλη σου...
  • Πού ήσουν, τότε, όταν οι Καθολικοί και ο κωλο-Κύκλος μου πήραν τη Μαρί;
  • Τότε δεν σε ήξερα. Τότε δεν είχες πει ακόμη την ιστορία σου.
  • Τη λέω ξανά και ξανά από τη στιγμή που γεννήθηκα. Η ιστορία μου είναι σαν την Ιστορία της Ανθρωπότητας, δαγκώνει την ουρά της και κυλάει, κυλάει, ώσπου να συρρικνωθεί σε μία τελεία και να μην μπορεί πια να κυλήσει. Τότε θα πεθάνω, ήσυχος ότι δεν άφησα τίποτα πίσω μου.
  • Υπάρχει μία ωραία λέξη...
  • “Τίποτα”.