Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

Συζήτηση με τον Jesus. Ένα. Ο αφηγητής.




  • Ειρήνη υμίν, Δάσκαλε.
  • Ειρήνη υμίν, αδελφή. Ξέρεις, έχεις το όνομα της γιαγιάς μου.
  • Ναι, ξέρω. Και της δικής μου, επίσης.
  • Δεν έχετε στην Ελλάδα το όνομά μου, ε;
  • Όχι, αλλά έχουμε πολλούς Χρήστους.
  • Χμ, κάτι είναι κι αυτό, αν και προτιμώ το Γιέσους, Χεσούς, Τζίσους... Δεν καταλαβαίνω γιατί κανείς Χριστιανός εδώ στην Ελλάδα δεν μπορεί να βαπτίσει το παιδί του Ιησού!
  • Θα το έχω υπόψη μου, Δάσκαλε. Δεν ήξερα ότι είχε τόση σημασία για Εσένα. Ήθελα να σου πω για την τιμή που μου κάνεις...
  • Ναι;
  • Είναι τεράστια, ανυπολόγιστη, ανυπέρβλητη.
  • Α, καλά.
  • Για να μη σε κρατάω πολύ, όμως, ας περάσουμε...
  • Όχι, δεν πειράζει. Έχω άφθονο χρόνο. Που λες, μέχρι και Μαγδαληνή βγάζετε, δεν καταλαβαίνω τι έχει το Ιησούς...
  • Χμ, δεν ξέρω. Μια που έκανες τον κόπο να έρθεις, λοιπόν, πες μας, Δάσκαλε...
  • Όχι, ποιος κόπος; Δυο βήματα είμαι πάντα, από παντού.
  • ...για τι θα ήθελες να μιλήσουμε σήμερα; Εκτός από ονόματα, εννοώ.
  • Δεν ξέρω, συνήθως εγώ μιλάω και οι άλλοι ακούνε. Συζήτηση δεν έχω κάνει πολλές φορές.
  • Φυσικά, Δάσκαλε, αυτή είναι η κλίση σου, η αφήγηση.
  • Λοιπόν, θα έλεγε κανείς ότι έχω γεννηθεί παραμυθάς, έτσι;
  • Και βέβαια! Οι παραβολές σου είναι άφταστες.
  • Εεχχχ, άλλες εποχές... Τότε οι άνθρωποι άκουγαν, ΑΚΟΥΓΑΝ! Τώρα, είστε όλοι μαζεμένοι, σαν τα πρόβατα, στο μαντρί.
  • Μαντρί;
  • Για τα ψηφιακά μέσα, λέω, αδελφή.
  • Πράγματα του σατανά;
  • Όχι, ευλογημένη, ποιανού σατανά; Θου, Κύριε! Απλά, λέω, κοιτάζετε μόνο, αλλά δε βλέπετε πραγματικά. Ούτε ακούτε, ούτε μυρίζετε, ούτε νιώθετε. Άνθρωποι, δε ζείτε! Παλιά, ήσαστε όλο φλόγα, τώρα αυτή έχει σβήσει.
  • Δηλαδή;
  • Να, επειδή διαβάζω λογοτεχνία...
  • Δάσκαλε, με εκπλήσσεις!
  • Γιατί; Πώς θα περάσει η Αιωνιότητα χωρίς ένα βιβλίο -ή και πέντε ή και δέκα χιλιάδες; Όπως σου έλεγα, λοιπόν, βλέπω, στα κείμενα που διαβάζω ανά τους αιώνες, την εξής διαφορά: Σήμερα οι άνθρωποι επαναλαμβάνετε ο ένας τα λόγια του άλλου, λέτε “τα πάντα έχουν ειπωθεί” και αναπαράγετε τις ίδιες ιστορίες με όλο και φτωχότερο τρόπο, όλο και πιο μακριά από την αυθεντικότητα, στοχεύοντας στις κενές συγκινήσεις. Παλιά οι παραμυθάδες είχαν τη δική τους ζωή, γι' αυτό ήταν αυθεντικοί. Είχαν τις δικές τους δυσκολίες, δεν εξιστορούσαν ξένες αγωνίες. Αλλά είχαν και αγάπη, αγάπη πολλή, αγαπούσαν την ίδια την Πλάση. Το πώς περιέγραφαν ένα ταπεινό φυλλαράκι ελιάς, πώς ακολουθούσαν μία δροσοσταλίδα στο ταξίδι της από αυτό το φυλλαράκι της ελιάς μέχρι τη Μητέρα Γη, με τι συγκίνηση χαιρετούσαν τη μέλισσα που ξαπόσταινε πάνω στο χαμομήλι. Τώρα κανείς δε νοιάζεται για τα πράγματα που φυτρώνουν, το μυαλό σας έχει γεμίσει γρανάζια.
  • Έχεις διαβάσει Τόλκιν, Δάσκαλε;
  • Και βέβαια! Ο Τόλκιν είναι από τους μεγαλύτερους και σοφότερους παραμυθάδες που έχουν υπάρξει. Οι ιστορίες του διδάσκουν όλες τις αρετές: φιλία, σεβασμό, αφοσίωση, γενναιότητα, αυταπάρνηση, πίστη. Κι αυτό γιατί ο ίδιος είχε μία ζωή γεμάτη με όλες αυτές τις αρετές.
  • Για να εκτιμήσουμε τις αρετές, όμως, είναι αναγκαίο κακό να τις στερηθούμε; Δεν ξέρω, Δάσκαλε, ρωτάω.
  • Ανοησίες! Πολύ μεγάλη αξία στο Κακό έχετε δώσει. Και μήπως δεν στερήστε των αρετών έτσι κι αλλιώς; Ο Αδελφός και η Αδελφή σας δεν πεινάει, δε νοσεί, δε δυστυχεί; Πρέπει εσύ η ίδια να χτυπήσεις, για να πονέσεις;
  • Δυστυχώς, συνήθως η απάντηση είναι ναι, Δάσκαλε. Έτσι είμαστε φτιαγμένοι, από χώμα. Και το χώμα γίνεται λάσπη και κρατάει την ψυχή στη γη.
  • Να μην υποτιμάς το χώμα! Το χώμα δέχεται τη χάρη του ουρανού, τη βροχή και τον ήλιο. Και, μια που αναφέρθηκες στον Καζαντζάκη...
  • Ναι, Δάσκαλε;
  • Ήταν ένας από τους καλύτερους φίλους μου, να ξέρεις. Μπορεί να με σταύρωνε και να με ξανασταύρωνε, όπως κάνετε εξάλλου εδώ και αιώνες, αλλά ήταν από τους λίγους ανθρώπους που με καταλάβαιναν. Πολύ λυπήθηκα όταν έμαθα πώς του φέρθηκαν. Καμιά φορά τον βρίσκω και μιλάμε για τον Νίτσε.
  • Χαίρομαι που το ακούω, Δάσκαλε.
  • Από την άλλη, λυπάμαι και για τον Όμηρο.
  • Γιατί;
  • Είναι δυνατόν να μη μπορείτε πια να ακούσετε μία αφήγηση; Τι τα 'χετε τα αυτιά, ευλογημένοι; Όπως είπα και στην αρχή, ζείτε με τις αισθήσεις κλειστές.
  • Τα λόγια σου φωτιά, Δάσκαλε, καίνε την καρδιά. Αλλά είπες κάτι τόσο καλό και υπέροχο νωρίτερα, που μου φτάνει η γλύκα για μια ζωή.
  • Ποιο πράγμα, αδελφή;
  • Αυτό που είπες για τη Μητέρα Γη.
  • Μα, είναι η Μητέρα όλων μας, πώς να μην την ευχαριστούμε κάθε μέρα;
  • Γιατί δε μιλάς πια στον κόσμο, Δάσκαλε; Ξέρω, ξέρω, γιατί δεν ΑΚΟΥΜΕ.

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Hero Jesus comes to town.

Ήρωες, ηρωίδες, πρόσωπα του παρελθόντος ή και της μυθοπλασίας... Όλοι είναι ευπρόσδε­κτοι στο Heroes' Talks. Καλοί, όχι και τόσο καλοί (αυτό με τα χρώματα, άσπρο-μαύρο, γκρι, αυτό, ξέρετε), αμαρτωλοί, φονιάδες, κλέφτες... όλοι έχουν θέση εδώ.
Πώς να μην ήταν ευπρόσδεκτος, λοιπόν, ο Ένας, ο Τεράστιος, ο αδιαμφισβήτητος σούπερ σταρ της λογοτεχνίας, της ποίησης, της μουσικής, του σινεμά, του θεάτρου, της ζωγραφικής, της γλυπτικής, του ψηφιδωτού, του κεντήματος...
Η λίστα των τεχνιτών και καλλιτεχνών που Τον έχουν απεικονίσει, που έχουν εμπνευστεί από Αυτόν για να δημιουργήσουν και να εκφραστούν, που έχουν αποθεωθεί ή, αντίθετα, έχουν απορρι­φθεί, είναι ατελείωτη, χάνεται στα βάθη των αιώνων. 
Αυτός, όμως, εξακολουθεί να βρίσκεται στα χείλη των ανθρώπων όταν τρομάζουν, όταν σοκάρονται, όταν χαίρονται, όταν εύχονται ή απεύχο­νται, όταν κάνουν μεγάλη προσπάθεια και όταν χαλαρώνουν. Είναι στα μυαλά των ανθρώπων όταν έχουν δέκα πουκάμισα και δεν χαρίζουν ούτε το ένα, όταν έχουν εκατό πουκάμισα και χαρίζουν το παλιό και σκισμένο τους (σκεπτόμενοι τις φοροαπαλλαγές), όταν τρώνε μια μπουκιά λιγότερη, όταν τρώνε μια πιατέλα περισσότερη, είναι, τέλος πάντων, πανταχού παρών.
Ποιος είναι Αυτός ο Ήρωας που προκαλεί τόσο αντικρουόμενα συναισθήματα στους κοινούς θνητούς; Ποιος είναι, τέλος πάντων, ο

                                           Ιησούς από τη Ναζαρέτ;  



Το Heroes' Talks τον έχει καλεσμένο, (ναι, καλά διαβάσατε!), για να μοιραστεί λίγη σοφία και να λύσει μερικές απορίες. Λογοτεχνικής, κυρίως, φύσεως (δε λέω “μυθοπλαστικής” για να μην προσβληθούν οι Φαρισαίοι).
Μείνετε κοντά μας, σε λίγες μέρες ο Ιησούς θα μας μιλήσει.

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Συζήτηση με την Clarisse. Ένα. Γέλιο και κλάμα.

Η Clarisse από το Fahrenheit 451 του Ray Bradbury. Στη φωτο, η ηθοποιός που την ενσάρκωσε στην ταινία του 1966,  Julie Cristie.


  • Κλαρίς, χαίρομαι πάρα πολύ που ήρθες.
  • Πώς να μην ερχόμουν; Είναι απίθανο, και όλα τα απίθανα τ' αγαπώ.
  • Σ' ευχαριστώ για τα λουλούδια που μου έφερες.
  • Σου αρέσουν;
  • Τα λατρεύω.
  • Σκέφτηκα ότι τα λουλούδια-λουλούδια καλό είναι να τα αφήσω στην ησυχία τους. Κι έτσι μου ήρθε η ιδέα να φτιάξω αυτά, τα χάρτινα, από τα βιβλία που παράπεσαν στην άκρη μιας φωτιάς. Βλέπεις τις καψαλισμένες άκρες;
  • Τις βλέπω.
  • Αυτές οι σελίδες ήταν ό,τι μπόρεσα να σώσω.
  • Θα το φυλάξω για πάντα αυτό το μπουκέτο.
  • Θα σε φυλάει για πάντα αυτό το μπουκέτο.
  • Είσαι ακόμα δεκαεπτά και παλαβή;
  • Ω, ναι! Μα, ναι, κανείς δεν μπόρεσε να με αλλάξει, κανείς δεν κατάφερε να με γεράσει. Κι αυτό γιατί κανείς δεν ήταν αρκετός για να με φοβίσει, ποτέ.
  • Πώς τα καταφέρνεις; Πώς γίνεται να μη φοβάσαι;
  • Δεν ξέρω... Μπορεί να είναι που δεν υπάρχει κανείς να με καθησυχάζει. Άμα δεν έχεις κάποιον να σε χαϊδεύει όταν πέφτεις και χτυπάς, δεν φοβάσαι να πέφτεις και να χτυπάς, όταν δεν έχεις κανέναν να σου σφουγγίζει τα δάκρυα όταν κλαις, δεν φοβάσαι να κλαις.
  • Το κλάμα είναι σημαντικό.
  • Το κλάμα είναι τόσο σημαντικό, όσο και το γέλιο!
  • Με τι κλαις; Και με τι γελάς, Κλαρίς;
  • Να, μια φορά ήμουν σ' ένα λιβάδι. Ήταν άνοιξη, γεμάτο λουλούδια, όχι σαν κι αυτά, από τα άλλα, τα λουλούδια-λουλούδια. Μοσχοβόλαγε και βούιζε ο τόπος. Εγώ είχα ζεσταθεί από τον ήλιο. Έβγαλα, λοιπόν, τα παπούτσια μου, έβγαλα τη ζακέτα και ξάπλωσα στο χορτάρι να δροσιστώ. Γύριζα ανάσκελα, γύριζα μπρούμυτα, δε χόρταινα τη μυρωδιά, τη δροσιά, κυλιόμουν, κυλιόμουν... Η χαρά μού γέμισε το στήθος, τόσο πολύ, που νόμιζα ότι θα έσκαγα. Δεν την άντεξα άλλο τέτοια χαρά και έβαλα τα κλάματα, και αλάφρωσε η καρδιά μου. Μια άλλη φορά ήμουν στη γειτονιά μου. Ήταν πολύ πρωί, χειμώνας, κι εγώ χάζευα τον ουρανό ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Ήταν πολύ ωραία, αλλά είχα βγει έτσι, χωρίς παλτό, απλά μου την έδωσε και βγήκα. Άρχισα να κρυώνω. Όλο και πιο πολύ. Αλλά δεν ήθελα να πάω σπίτι. Σε λίγο, όταν το κρύο μπήκε για τα καλά στο σώμα μου, όταν έφτασε στα κόκαλα, το μυαλό μου σαν να μούδιασε, σαν να μη μ' ένοιαζε πια που είχα ξεπαγιάσει, και όλα πήραν ένα διαφορετικό χρώμα γύρω μου. Πιο καθαρά, σαν κρυστάλλινα είχαν γίνει, τα αυτοκίνητα, το πεζοδρόμιο, οι λάμπες... Όλα, δεν τα 'χα ξαναδεί έτσι. Άρχισα να γελάω, ήταν ένα κλικ, στην αρχή, ένα τίποτα, μα δυνάμωσε γρήγορα και μ' έκανε να τραντάζομαι. Γέλασα, γέλασα, κι όταν κουράστηκα να γελάω είχα ζεσταθεί και δεν κρύωνα πια κι ας ήταν πρωί, χειμώνας, κι εγώ χωρίς παλτό.
  • Α, βρε Κλαρίς...
  • Τι;
  • Πάμε να πλατσουρίσουμε σε κανένα νερόλακκο;
  • Ω, ναι!

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

Συζήτηση με τον τροβαδούρο Jaskier. Δύο. Ελληνορθόδοξη ταβέρνα.




  • Χα χα! Και μετά, ξέρεις τι μου 'πε μετά;
  • Όχι, πες!
  • Μου λέει: “Εδώ δεν είναι ταβέρνα”.
  • ΧαΑΑααα! Αλήθεια; Αλήθεια, Γιάσκερ; Το είπε αυτό;
  • Έτσι όπως σ' το λέω. “Εδώ δεν είναι ταβέρνα”.
  • ΜπφΧχχΑΑχαα!
  • Και όχι μόνο το είπε, το έδειξε κιόλας.
  • Έλεος! Θα με πεθάνεις! Με ποιον τρόπο το έδειξε, δηλαδή;
  • Να, έκανε μια έτσι με το φαρδύ μανίκι του να ανεμίζει φλαπ φλαπ...
  • Ράσο το λένε.
  • Ποιο; Το μανίκι;
  • Όχι ρε παιδί μου, όλο το ρούχο, όχι το μανίκι.
  • Ε, ωραία, λοιπόν. Ανέμισε το ράσο...
  • Καμία σχέση με το “Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό...”
  • Ώπα, ωραίο αυτό, μετά τραγούδησέ το μου ολόκληρο. Αλλά, για να συνεχίσω, ανέμισε που λες το μανίκι του ράσου του, λες και ήθελε να πετάξει, έκανε μια φρααπ! και μου βούτηξε το ποτήρι απ' τα χέρια.
  • Χαχα χιχιχι... Ρε Γιάσκερ, κλαίω, ήμαρτον, δισκοπότηρο το λένε.
  • Όπως και να το λένε, δεν ήταν καθόλου ευγενικό. Όταν προσφέρεις στον επισκέπτη να πιει, δεν του παίρνεις το ποτήρι απ' το χέρι.
  • Και πού ήθελες να ξέρει ο χριστιανός ότι θα το στράγγιζες;
  • Και πού ήθελες να ξέρω εγώ, ο ανυποψίαστος τουρίστας, ότι αυτό το γλυκό, αρωματικό κρασί δεν ήταν για να το πιω, αλλά για να το δοκιμάσω;
  • Άκου, Γιάσκερ, εκεί που μπήκες, δεν ήταν ταβέρνα.
  • Είχε μουσική, ενδιαφέρουσα μουσική, πρέπει να σε πληροφορήσω, και γι' αυτό μπήκα. Είχε κρασί, είχε άρτο – αλήθεια, τώρα που το θυμήθηκα, γιατί βάζετε το ψωμί μέσα στο κρασί; Ο μεζές σε πιατάκι δεν μπαίνει;
  • Ναι, εμείς εδώ έτσι το σερβίρουμε. Έθιμο, στις ταβέρνες το πρώτο κρασί να είναι κερασμένο και να έχει και ψωμί μέσα.
  • Α, έτσι...
  • Ναι. Αλλά δεν πρέπει να το πιεις όλο, είναι μόνο για δοκιμή.
  • Κατάλαβα... Και μετά, παραγγέλνεις;
  • Όχι αμέσως. Πρώτα πρέπει να δοκιμάσουν και οι άλλοι πελάτες, είδες την ουρά, όταν πήγες;
  • Ναι, τώρα που το λες... Μαζεύτηκαν πολλοί με το που βγήκε ο ταβερνιάρης με το ποτήρι.
  • “Ο ταβερνιάρης”, θα με πνίξεις. Ναι... Τέλος πάντων, πρέπει να δοκιμάσουν όλοι, και μετά θα γίνει ένας χορός γύρω απ' τον βωμό...
  • Α, πρέπει να ευχαριστήσετε τον θεό του αμπελιού...
  • Βεβαίως. Και μετά, ναι, μπορείς να παραγγείλεις.
  • Χμ. Περίεργες ταβέρνες έχετε εδώ. Και, δεν μου λες;
  • Τι;
  • Γιατί έχετε αυτά τα άβολα καθίσματα, όπου δεν κάθεσαι ακριβώς, ούτε στέκεσαι ακριβώς, αντί για κανονικά τραπέζια και καρέκλες;
  • Για να 'μαστε έτοιμοι να σηκωθούμε και να πιάσουμε τον χορό, είμαστε χορευταράδες εμείς οι Έλληνες.
  • Αχά. Και, δεν μου λες;
  • Ναι, ρε φίλε, θα σου πω.
  • Γιατί με δουλεύεις τόση ώρα;
  • Το 'πιασες, μπαγασάκο.
  • Έχω εξασκηθεί στον σαρκασμό, τόσα χρόνια φίλος του άλλου. Και ο δικός σου σαρκασμός δεν είναι λιγότερο κουραστικός από του άλλου. Και, αν θες να ξέρεις...
  • Καλά, καλά. Αυτό που μπήκες είναι ένας ναός.
  • Ναός;
  • Όχι, ρε Γιάσκερ, χορευτικό κέντρο. Ναι, ναός. Εδώ τα λέμε εκκλησίες. Θα μπερδεύτηκες λόγω του διακόσμου.
  • Ε, για να σου πω την αλήθεια, ναι. Τόσο χρυσάφι, τόση χλιδή... Άννα, είσαι σίγουρη;
  • Ναι. Είμαι σίγουρη.
  • Ωραία. Πότε θα ξαναπάμε;
  • Εγώ δεν πάω εκεί μέσα.
  • Γιατί;
  • Προτιμώ το κρασί μου με ελίτσα στην οδοντογλυφίδα.
  • Μέσα στο ποτήρι; Συγγνώμη: στο “δισκοπότηρο”;
  • Όχι ρε παιδί μου, δεν με λένε Μποντ, Τζέημς Μποντ. Έξω απ' το ποτήρι, στο πιατάκι η ελίτσα. Και δεν το λένε δισκοπότηρο, αλλά κρασοπότηρο.
  • Μα εσύ δεν είπες - Ααα... Έχω πολλές απορίες για τον κόσμο σου.
  • Καλά, δεν πειράζει. Έλα να πούμε εκείνο το τραγουδάκι.
  • Ποιο τραγουδάκι;
  • Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό, και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι. Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ, τότες που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι...