Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Πηγαδάκι με Elric και Ciri.






  • Επ! Έλρικ; Τι κάνεις εσύ εδώ;
  • Έπρεπε να έρθω, για να σου θυμίσω κάτι.
  • Τι να μου θυμίσεις;
  • Αυτό που σου είπα τις προάλλες. Για τον έναν εχθρό που έχουμε όλοι.
  • Α, τώρα ξέρω ποιος είναι!
  • Ποιος είναι;
  • Η ηλιθιότητα! Κατάρα στην ηλιθιότητα!
  • Δεν εννοούσα αυτό... Δεν έχεις καταλάβει τίποτα ακόμη.
  • Μα, τι λες;
  • Εγώ πάντως, συμφωνώ με την Άννα.
  • Τσίρι;
  • Μα, ναι. Μου τα 'πε ο Γκέραλτ. Σε κάνουν θηρίο κάτι άνθρωποι, έτσι;
  • Εμένα μου λες;
  • Ηρεμήστε και οι δύο, μα τον Άριοχ!
  • Ποιος είναι αυτός; Μ' αρέσει.
  • Σςς, ο Έλρικ του Μελνιμπονέ είναι, και μίλα καλύτερα.
  • Σταματήστε! Λοιπόν, Άννα. Μέχρι στιγμής δύο φίλοι σου που, αν μη τι άλλο, γνωρίζουν καλά από μεγάλα προβλήματα και δραστικές λύσεις, ο Γκέραλτ και ο Άντον, σου έχουν πει το ίδιο πράγμα: η βία δεν είναι λύση. Και είμαι σίγουρος ότι θα σ' το πουν κι άλλοι.
  • Όχι εγώ!
  • Εσύ, νεαρά, σιωπή.
  • Δεν θα μου πεις εμένα...
  • Σςς, Τσίρι, θα σου πει, θα σου πει.
  • Μα, ποιος είναι ο τυπάς και κατά πού πέφτει αυτό το Μελνιμπονέ;
  • Προσπερνώ την άγνοιά σου, γιατί ο χρόνος μου σε αυτόν τον κόσμο είναι περιορισμένος. Και στις δυο σας έχω να πω το εξής: ο εχθρός μας είναι ο ίδιος μας ο εαυτός.
  • Μα τι λες; Άννα, τι λέει αυτός;
  • Η Άννα δεν λέει τίποτα, από ό,τι βλέπω. Και ξέρεις γιατί; Γιατί κατάλαβε τι εννοώ με αυτό. Εσύ είσαι πολύ μικρή ακόμα για να...
  • Άκου να σου πω, που θα με πεις μικρή, εμένα με κυνηγούσαν πάντα από δυο κόσμους φονιάδες!
  • Μόνο από δύο; Χα.
  • Δεν μου αρέσει να με περιφρονούν. Με κυνηγούσαν, όπως είπα, οι μισοί να με σκοτώσουν, οι άλλοι μισοί να με αιχμαλωτίσουν, να με χρησιμοποιήσουν για τους σκοπούς τους. Και τι έκανα;
  • Ξέρω τι έκανες. Βλέπω το σπαθί που κουβαλάς.
  • Δεν κάθισα ούτε λεπτό, αυτό έκανα! Δεν κάθισα να με φάνε. Εμένα ο εαυτός μου ήταν, τις περισσότερες φορές, ο μόνος που είχα. Αν δεν στεκόμουν στα πόδια μου...
  • Ναι, ναι, ξέρω. Και πόσοι φίλοι σε βοήθησαν;
  • Πολλοί, δεν είπα το αντίθετο. Αλλά δεν θα μου πει κανείς ότι ο εαυτός μου είναι εχθρός.
  • Και ποιος σ' έφερε στη θέση να αμύνεσαι;
  • Οι άλλοι!
  • Κοίτα, Τσίρι, ο Έλρικ θέλει να πει...
  • Άσ' την. Αν καταλάβει κάποτε, θα καταλάβει. Η φωτιά καίει πολύ δυνατά μέσα της, την τυφλώνει. Το θέμα είναι ότι εσύ περπατάς πάνω στην κόψη, και πότε γέρνεις από τη μια πλευρά, πότε απ' την άλλη.
  • Και τι πρέπει να κάνω, Έλρικ; Να διαλέξω από πού θα πέσω;
  • Να μάθεις ισορροπία.
  • Α, αυτό μου θύμισε 'κείνο που λέει “το πεπρωμένο είναι ένα σπαθί με δύο κόψεις”.
  • Πρέπει να φύγω, τώρα. Έχω αρχίσει να κουράζομαι εδώ.
  • Έλρικ, σ' ευχαριστώ.
  • Κι εγώ φεύγω. Πάω να τα πω ένα χεράκι του Γκέραλτ.
  • Τι φταίει τώρα ο Γκέραλτ;
  • Που σου λέει τέτοιες μαλακίες, ότι η βία δεν είναι λύση!
  • Τσίρι...
  • Άσε με! Πάντως, ωραίος ο φίλος σου. Τον συμπάθησα, κι ας τσακωθήκαμε.
  • Αν ήξερες τι έχει κάνει στον κόσμο του, μπορεί να μην τον συμπαθούσες.
  • Μα, αυτός; Αυτός φαίνεται να βγήκε από ναό της Μελιτέλε. Τι; Τι γελάς έτσι; Τι είπα, που είναι τόοοσο αστείο; Πφφφ...

Συζήτηση με τον Φωτεινό μάγο Anton Gorodetsky. Δύο. Wax in, wax out.







  • Άντον, δεν είμαι καλά.
  • Το βλέπω, τρέμεις. Και, χμ, όχι μόνο αυτό.
  • Έχεις χρόνο, να σε πρήξω;
  • Πες μου, τι έχεις;
  • Από πού ν' αρχίσω...
  • Ξεκίνα, και θα έρθουν μόνα τους.
  • Καλά. Όλα ξεκίνησαν εκείνο το καταραμένο πρωινό του Απρίλη -είκοσι μία ο μήνας, παρακαλώ, νά 'ταν σύμπτωση;- που μου είπε το τραγικό «Δεν πιστεύω στην Εξέλιξη».
  • Αχάαα...
  • Κατάλαβες, ε; Να συνεχίσω;
  • Οπωσδήποτε. Έχεις αρχίσει να φτιάχνεις άσχημα πράγματα γύρω σου.
  • Τι;
  • Πάνω απ' το κεφάλι σου αιωρείται κάτι πολύ επικίνδυνο, Άννα. Πες τα, σε παρακαλώ, να ξεσπάσεις, για να μην με αναγκάσεις να επέμβω πάνω σου μέσα απ' το Λυκόφως.
  • Αν είναι έτσι... Λοιπόν, της λέω «Τι εννοείς; Δεν πιστεύεις στη Θεωρία της Εξέλιξης;» Θέλω πάντα να σιγουρεύομαι πριν βαρέσω άνθρωπο, καταλαβαίνεις.
  • Φυσικά.
  • Μου λέει, η αυτοκτονική, «Όχι, δεν πιστεύω στην Εξέλιξη, ούτε στους πρωτόγονους, ούτε στη Μεγάλη Έκρηξη και σε όλα αυτά τα παραμύθια». Τα παραμύθια, Άντον, ακούς;
  • Ακούω, ακούω. Πιο ήρεμα, όμως, αν θες... Μαυρίζει...
  • Ποιο μαυρίζει;
  • Αυτό, πάνω απ' το κεφάλι σου. Πάρε μια βαθιά ανάσα. Έτσι. Τώρα, συνέχισε.
  • Και τι μου λέει παρακάτω;
  • Μαντεύω.
  • Ναι, ακριβώς. Μου λέει «Πιστεύω στην Εδέμ» - στην Εδέμ, Άντον!- «στους πρωτόπλαστους και στον εξαποδώ».
  • Κι εσύ τι της είπες;
  • Τι να της πω; Υπήρχε κάτι να της πω μετά απ' αυτά; Καθόμουν στη μούγκα, άναβα το ένα άφιλτρο δίπλα στ' άλλο, κάνοντας ταυτόχρονα από μέσα μου γουόξ ιν, γουόξ άουτ, μπας και γλιτώσουμε το μοιραίο.
  • Μαύρισες και τα πνευμόνια σου, εκτός από την αύρα σου. Ε, ρε Άννα...
  • Όχι, δεν με κατάλαβες. Απλώς τα άναβα και τα έβαζα δίπλα-δίπλα στο τασάκι, για να μην έχει χώρο για το δικό της τσιγάρο. Έτσι, για να της τη σπάσω. Γελάς, ε;
  • Και, αυτό το κόλπο, βοήθησε;
  • Τι να βοηθήσει; Πήρε τη σιωπή μου για τάπωμα και συνέχισε, ενθαρρυμένη! Μου λέει, «Η μικρή μου είναι πάλι άρρωστη. Αμ, ξέρω εγώ, μας ψεκάζουν.»
  • Ωχ, αυτό πρέπει να σου χτύπησε καμπανάκι, ε;
  • Πιο πολύ από τα προηγούμενα; Αλλά, ναι. Χτύπησε. Της λέω, «Κι εμείς αρρωσταίναμε, τα ξέχασες; Εγώ όλο με ανεμοβλογιά ήμουν.» Και μου κάνει, «Και τα αεροπλάνα; Τι σου λένε τ' αεροπλάνα;» Ε, αυτό ήταν, Άντον.
  • Τι “σου είπαν” τ' αεροπλάνα;
  • Μου είπαν ότι την άφησα στο πεζοδρόμιο να αιμορραγεί από τη μύτη. Γιατί άνθρωπος είμαι κι εγώ, και η αντοχή μου στη βλακεία έχει όρια, και τέλος πάντων, κάτι φορές τα λόγια τελειώνουν.
  • Και μετά, τι έγινε;
  • Τι να γίνει; Προσπαθούσα ν' αποφασίσω αν θα τη βοηθούσα να σηκωθεί, ή θα την άφηνα εκεί χάμω, να αναλογιστεί τη δύναμη της βαρύτητας.
  • ...
  • Έκανα το δεύτερο. Σηκώθηκα κι έφυγα, της άφησα και το λογαριασμό για τους καφέδες -αυτό ήταν κακό, το ομολογώ- κι εκείνη να φωνάζει «Ντα ζε μπιάζω, μαλαγκιζμένη, ντα ντειζ». Μη γελάς, τα πράγματα είναι σοβαρά.
  • Έλα, μωρέ.
  • Τι “έλα μωρέ”;
  • Δίνεις πολλή σημασία...
  • Με δουλεύεις; Και, για νά 'χουμε καλό ρώτημα, εσύ, πώς τα καταφέρνεις; Πώς ζεις;
  • Όπως όλοι.
  • Δηλαδή;
  • Γουόξ ιν, γουόξ άουτ.
  • Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο, ε;
  • Σαν τι να κάνουμε; Ν' αρχίσουμε να βαράμε όσους-
  • Πάνε τον κόσμο πίσω; Ναι!
  • Τον πάνε, Άννα, αλλά και η βία το ίδιο.
  • Έχεις δίκιο, αλλά...
  • Δεν υπάρχει “αλλά”. Η βία θα ξαναγυρίσει τον Άνθρωπο στις σπηλιές. Και μόλις βγήκαμε. Η λύση είναι, καταρχήν, η παιδεία.
  • Ουφ... συμφωνώ. Έχεις δίκιο, Άντον.
  • Είσαι καλύτερα.
  • Ναι, το νιώθω. Αναπνέω καλύτερα. Έφυγε και το μαύρο πράγμα που σε ανησύχησε πριν, ε;
  • Έφυγε.
  • Αλλά, για πες μου: η παιδεία δεν αρκεί, έτσι;
  • ...
  • Από τον τρόπο που κουνάς το κεφάλι σου, καταλαβαίνω ότι συμφωνούμε. Στα κλειστά μυαλά, η παιδεία δεν λειτουργεί. Και τι μένει; Άντον; Έλα, μην κάνεις έτσι. Πω πω... Πώς κρέμασε έτσι το ύφος σου; Εσύ είσαι έτοιμος να κλάψεις! Άντον, σε παρακαλώ. Γαμώτο, εσένα τώρα ποιος θα σε φτιάξει;

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον witcher Geralt. Δύο. Άνθρωποι.




  • Γκέραλτ, θέλω να ξέρεις ότι σε καταλαβαίνω.
  • Ευχαριστώ για την κατανόηση.
  • Μερικές φορές, όμως, αυτό το υφάκι σου...
  • Δεν σε αφήνει να με συμπαθείς, ξέρω.
  • Άσε με να σου πω. Λοιπόν, σε καταλαβαίνω που θυμώνεις με τους ανθρώπους.
  • Τι σου κάνανε πάλι, τα τέρατα;
  • Δύσκολο να απαντηθεί. Τίποτα, ή ίσως... Άσ' το αυτό. Το θέμα είναι ότι με τσαντίζουν, για να το πω όσο πιο μαλακά γίνεται.
  • Πάρε.
  • Τι 'ναι αυτό;
  • Απόσταγμα από διάφορα βότανα. Μην ανησυχείς, ακίνδυνο για ανθρώπους.
  • Μμμ, καλό.
  • Ένας φίλος το φτιάχνει.
  • Θέλω να ρωτήσω;
  • Όχι. Για πες, λοιπόν; Οι άνθρωποι...
  • Να, όταν είναι υποκριτές και ξεροκέφαλοι, δεν μπορώ. Θέλω να τους τα πω χύμα.
  • Και γιατί δεν το κάνεις;
  • Γιατί κανείς δεν ζήτησε τη γνώμη μου.
  • Και περιμένεις να σου πουν “μίλα” για να μιλήσεις;
  • Δεν είναι τόσο απλό, και το ξέρεις. Η γνώμη έχει βαρύτητα, έχει ευθύνη. Το να την εκφράσεις θέλει σκέψη και προσοχή.
  • Το ξέρω πολύ καλά αυτό, πίστεψέ με. Κουβαλάω σπαθί μια ζωή. Και η γνώμη κάποιου με όπλο έχει μεγάλη βαρύτητα.
  • Μπορώ να το φανταστώ. Μερικές φορές έχω σκεφτεί ότι αν είχα κι εγώ ένα...
  • Μην το πεις. Όχι, Άννα. Δεν θα ήθελες να είχες ένα σπαθί στο χέρι σου, θάνατο στη συνείδησή σου.
  • Οι κουβέντες δεν φέρνουν πάντα αποτέλεσμα.
  • Όχι, δεν φέρνουν. Ούτε και το σπαθί, όμως. Και πρόσεχε με αυτό το ποτό, είναι δυνατό.
  • Ναι, παρ' το καλύτερα. Το θέμα είναι ότι νιώθω ανήμπορη κάτι φορές. Ότι δεν μπορώ να ανοίξω το κεφάλι κάποιου και να του χώσω με τη βία μέσα την εικόνα.
  • Την εικόνα;
  • Ναι, την πραγματική εικόνα και όχι αυτή που διαλέγει να βλέπει αυτός. Το ξέρω ότι ακούγομαι αλαζόνας, ότι τα ξέρω όλα...
  • Μην ανησυχείς, μ' εμένα μιλάς. Συνήθως έτσι με χαρακτηρίζουν οι άνθρωποι, ακόμα κι οι φίλοι.
  • Και όχι μόνο οι άνθρωποι, ε;
  • Ναι, και τα ξωτικά και οι νάνοι. Ο καθένας όταν δεν τον συμφέρουν αυτά που λέω. Το ότι έχω γνώμη.
  • Και τι κάνεις τότε, ρε Γκέραλτ;
  • Πολλές φορές, φεύγω. Άλλες φορές, κάνω αυτό που νομίζω ότι είναι το σωστό, κι ας μην αρέσει σε κανέναν.
  • Χωρίς να σε νοιάζει ποιον θα πληγώσεις;
  • Αυτό είναι άλλη κουβέντα. Οι πράξεις μας έχουν συνέπειες. Απλά διαλέγεις.
  • Κάποιον, δηλαδή, θα πληγώσω, όπως και να 'χει.
  • Συνήθως, ναι. Μπορεί να πληγώσεις κάποιον που δεν τον ξέρεις. Το ότι δεν τον ξέρεις, όμως, δεν τον κάνει ανύπαρκτο. Και μία σου απόφαση μπορεί να έχει σοβαρό αντίκτυπο στη ζωή του.
  • Δωσ' το πάλι αυτό.
  • Μία-μία γουλιά.
  • Αφού είπες ότι είναι ακίνδυνο.
  • Ναι, αλλά εσύ όχι.
  • Τι θες να πεις με αυτό;
  • Ότι είμαστε όλοι όπλα έτοιμα να κόψουν κεφάλια. Κι ας μην κρατάμε σπαθί. Κι ας μη φαίνεται το αίμα. Ότι οι αποφάσεις μας είναι επικίνδυνες. Οπότε, καλό είναι να τις παίρνουμε όταν είμαστε νηφάλιοι, ψύχραιμοι, λογικοί.
  • Εσύ το λες αυτό;
  • Ακριβώς, εγώ το λέω αυτό.
  • Έχεις δίκιο. Συγγνώμη. Σ' ευχαριστώ, Γκέραλτ, για την κουβέντα. Ήταν χρήσιμη.
  • Χαίρομαι. Τώρα, για πες μου, την άκουσες την καινούργια μπαλάντα του φίλου μας;

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον Elric of Melnibone. Ένα. Εχθρός.


  • Έλρικ.
  • Ποιος ταράζει τον διαλογισμό μου;
  • Μία περιπλανώμενη ψυχή, σαν κι εσένα.
  • Και τι μπορώ να κάνω εγώ για μία περιπλανώμενη ψυχή;
  • Να τη βοηθήσεις να μη χαθεί.
  • Να βρει την Αιώνια Πόλη;
  • Να βρει την Αιώνια Πόλη, ναι.
  • Δεν ξέρω τον τρόπο.
  • Μα, έχεις βρεθεί στην Τάνελορν ξανά.
  • Αυτή θα διαλέξει να σου παρουσιαστεί, ποτέ δεν μένει σ' ένα σημείο. Όσο και να την ψάχνεις, δεν θα σου εμφανιστεί, εκτός κι αν γίνεις αντάξιά της.
  • Θα με βοηθήσεις να γίνω αντάξιά της;
  • Αυτό ίσως να μπορώ να το κάνω για 'σένα.
  • Θα μου δείξεις έναν τρόπο να νικήσω τον εχθρό;
  • Θα σου πω το εξής: ένας είναι ο εχθρός για κάθε άνθρωπο. Για κάθε ψυχή. Ένας. Το να τον αναγνωρίσεις είναι το πρώτο βήμα για το ταξίδι σου.
  • Πού τελειώνει το ταξίδι;
  • Σίγουρα όχι στην Αιώνια Πόλη, αυτή είναι μόνο ένας σταθμός.
  • Εσύ που είσαι τώρα, Έλρικ;
  • Σε 'κείνο το μέρος που για τον καθένα μας είναι άδειο και ψυχρό και ακίνητο. Φως δεν σπάει το σκοτάδι και αέρας δεν φυσάει εδώ, κι όμως, νιώθω ότι όλα είναι όπως πρέπει. Νιώθω ήσυχος.
  • Γιατί; Ακούγεται φοβερό μέρος.
  • Δεν είναι. Απλά, δεν είναι ούτε ωραίο. Είναι αδιάφορο, σαν να μην υπάρχει.
  • Και αυτό είναι καλό;
  • Είναι άνετο. Εύκολο.
  • Ποτέ σου δεν επιζήτησες την άνεση, ούτε την ευκολία.
  • Κέρδισα την ανάπαυση, όμως, δεν το νομίζεις; Φύγε τώρα, μην με ταράζεις άλλο.
  • Έλρικ, ήθελα...
  • Φύγε. Φτάνει τόσο.