Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Πηγαδάκι με Geralt και Ciri.

Φωτό από την πολωνική τηλεοπτική σειρά του 2002. Εμφανίζονται ο Michal Zebrowski στο ρόλο του Geralt και η  Marta Bitner στο ρόλο της Ciri.



Anna: Το λοιπόν, τα μάθατε τα νέα;
Geralt: Ποια νέα;
Anna: Σας κάνουν, λέει, σειρά. Στην τηλεόραση.
Geralt: Αχμ. Να τα πάλι...
Ciri: Εμένα μου αρέσει.
A.: Μα, ναι, γιατί να μην σου αρέσει;
G.: Αλοίμονο, τι να μην της αρέσει;
C.: Ναι, για πες, τι να μην μου αρέσει;
G.: Θα πάρουν τη ζωή σου, θα την κάνουν πιο εμφανίσιμη...
C.: Πιο εμφανίσιμη;
G.: Ναι, πώς να σ' το πω; Θα τη λουστράρουν. Για παράδειγμα, θυμάσαι που ήσουν στην καλύβα του Βυσογκότα;
C.: Ναι, πώς δεν θυμάμαι.
G.: Χάλια ήσουν, ε;
C.: Τώρα, τι ρωτάς; Δεν ξέρεις;
G.: Φαντάσου να σε κοιτάζαν κάτι εκατομμύρια ξένοι όλες εκείνες τις ώρες που ψηνόσουν, πόναγες, παραμίλαγες και δεν ήξερες αν θα τη βγάλεις, που πνιγόσουν από το φλέμα σου και είχες το πρόσωπο πρησμένο από την κακουχία και παραμορφωμένο από το τραύμα.
C.: Δεν θα μου άρεσε αυτό, αλήθεια.
G.: Ναι, και δεν θα το δείξουν έτσι. Θα σε δείξουν όμορφη, γιατί “έτσι πρέπει να είναι οι ήρωες”, με τα μαλλάκια σου ψεκασμένα ελαφρώς με ψεύτικο ιδρώτα -νερό, δηλαδή- και τα χειλάκια σου κατακόκκινα, λες και είχες φάει μούρα πριν ξαπλώσεις...
C.: Κατάλαβα.
G.: Και, βέβαια, θα χώσουν μια ωραιότατη, παθιασμένη ιστορία αγάπης με τραγικό τέλος.
A.: Ή και όχι.
C.: Δηλαδή;
A.: Όπως το βλέπω εγώ, θα βάλουν μια ιστορία αγάπης που θα τραβήξει τόσο, όσο να πούμε “αμάν” μόνο και μόνο για να γίνει αυτό που φαινόταν από την αρχή ότι θα γίνει...
G.: Ότι, δηλαδή, θα το πάρεις το κορίτσι.
A.: Το αγόρι, σιγά μην την δείξουν να παίρνει το κορίτσι.
C.: Τέλος πάντων, έχετε αρχίσει να μ' εκνευρίζετε. Σταματήστε να ασχολείστε μαζί μου!
G.: Και πού να δεις τη σειρά, Τσίρι...
C.: Πολύ αρνητικοί είστε και οι δύο. Πού το ξέρετε από τώρα ότι θα είναι τόσο χάλια η σειρά, ακόμη δεν βγήκε; Εξάλλου, έχει ξαναγίνει και δεν ήταν τόοοσο χάλια... Κι ας λένε κάποιοι. Τουλάχιστον, το κλίμα το είχε πιάσει.
G.: Ποιο κλίμα;
C.: Το κλίμα, Γκέραλτ. Το να αποδώσει κάποιος μια ιστορία είναι δύσκολο πράγμα.
G.: Πολλή παρέα με βάρδους κάνεις.
C.: Ποιος μιλάει. Έλεγα, λοιπόν, ότι είναι δύσκολο. Σύμμαχος σε αυτή την προσπάθεια είναι το κλίμα.
G.: Ε, στην καινούργια σειρά, να είσαι σίγουρη ότι το κλίμα θα είναι... ζεστό. Πολύ.
C.: Τι λες πάλι;
G.: Ε, να, άμα γίνονται τόσες εκρήξεις, δεν θα έχει ζέστη;
C.: Άννα, παρ' του τη βότκα, σε παρακαλώ. Δεν φτιάχνεις κανένα τσαγάκι;
G.: Όχι, σοβαρολογώ. Μιλάμε για... πώς το λένε; Αμερικάνικη;
A.: Ναι, αμερικάνικη.
G.: Μάλιστα, αμερικάνικη παραγωγή.
C.: Ε, και;
G.: Άμα δεν γίνουν πέντε-έξι εκρήξεις σε κάθε επεισόδιο, πώς.
C.: Τι εκρήξεις; Τους μάγους λες;
G.: Τους μάγους, τους Σκίουρους... γενικά: εκρήξεις. Θα είναι μια εκρηκτική σειρά, από όλες τις απόψεις. Θα δεις, ακόμα και τα καταπότια μου θα τα δείχνει να κάνουν μπαμ. Φουσκαλίτσες απ' το στόμα θα βγάζω, κάθε που θα τα πίνω.
C.: Νομίζω ότι υπερβάλλεις. Και ότι έχεις μεθύσει. Πρέπει να σου βρούμε μια ωραία σπηλιά με ένα ωραίο τέρας, γιατί μου φαίνεται ότι έχεις πάλι τα νεύρα σου. Αλλά όχι τώρα. Πρώτα να πιεις κανένα τσαγάκι.
G.: Εγώ υπερβάλλω;
C.: Κάνεις την πάπια για τα υπόλοιπα, ε;
G.: Που έλεγα, εγώ υπερβάλλω; Μιλάμε για αμερικάνικη παραγωγή. Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Ε, Άννα, βάλε λίγη βότκα ακόμα!
A.: Έφτασεεε!

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Συζήτηση με τον μάγο Harry Blackstone Copperfield Dresden. Δύο. Χαμόγελο.







  • Εδώ είναι καλύτερα. Ένα απλό κιόσκι στο πάρκο. Είδες, όταν φτιάχνει ο καιρός;
  • Καλά είναι. Φυσάει λίγο.
  • Μη γίνεσαι γκρινιάρης. Τώρα, κάτι ξεκίνησες να μου λες στο τηλέφωνο, μέχρι που τα 'φτυσε η γραμμή.
  • Ναι, για το χαμόγελο στην καταπιεστική του μορφή. Για τη χρήση του σαν άμυνα.
  • Είμαι όλο αυτιά.
  • Σου έλεγα για 'κείνο το παιδάκι, τον Chris, δύο-δυόμιση ετών ήταν. Με άφησαν οι γονείς του μόνο μου, να το προσέχω. Εγώ ούτε που το ήξερα καλά-καλά το νήπιο, άλλες δυο φορές το 'χα δει, αλλά φρόντισαν να με ενημερώσουν για την αδιαφορία του να παίζει με παιχνίδια και την αγαπημένη του ενασχόληση, το να παίζει με τους μεγάλους. O.K., είπα, λογικά μέχρι εδώ. Αλλά δεν μου είπαν για το αγαπημένο του παιχνίδι με μεγάλους. Το έλεγε “aphi”...
  • Πώς το έλεγε; Άφι;
  • Ναι, μη με ρωτάς γιατί.
  • Ντανταϊστικά.
  • Ναι.
  • Και πώς παιζόταν αυτό το άφι;
  • Είχε ως εξής: εγώ ήμουν ο σάκος του μποξ και το μικρό αγγελούδι ο μποξέρ.
  • Α, γνωστότατο παιχνίδι.
  • Μόνο που ο μικρός παραήταν ενθουσιώδης και εφευρετικός.
  • Πόσο εφευρετικός, δηλαδή; Για πες...
  • Σε εξιτάρει, ε;
  • Χε χε... Μ' αρέσει να σε βλέπω να ματώνεις. Η αντοχή σου δείχνει υπερφυσική.
  • Θα σου απαντούσα, αλλά τελευταία έχω βάλει ως στόχο να μη βρίζω πολύ. Λοιπόν, ο μικρός έπαιζε σαν σκακιστής. Με παρατηρούσε καλά-καλά, από όλες τις μεριές, έπειτα έκανε λίγο πίσω, να, έτσι, σαν να υπολόγιζε.
  • Λίγο ανατριχιαστική συμπεριφορά, ως τώρα.
  • Θα έλεγες; Στη συνέχεια, διάλεγε το όπλο του. Δεν ήταν πάντα οι φαινομενικά αθώες μπουνίτσες του, όοοχι... Είχε εκεί δίπλα του έτοιμα διάφορα “παιχνίδια που δεν χρησιμοποιούσε ποτέ”, όπως υποστήριζαν οι ταλαίπωροι και πονηροί γονείς που τον φόρτωσαν σ' εμένα εκείνο το απόγευμα.
  • Τι παιχνίδια; Τανάλιες και πένσες;
  • Κοροϊδεύεις;
  • Όχι ρε παιδί μου, ρωτάω.
  • Παιχνίδια: μια πλαστική μπάλα, ένας τεράστιος πάνινος γάτος με τεράστια πλαστικά παπούτσια κολλημένα στις δύο πίσω πατούσες του -έπρεπε να είναι τεράστια, γιατί ήταν για παιδιά κάτω των τριών ετών, καταλαβαίνεις- ένα μπωλ χρωματιστές κιμωλίες που του άφησαν εκεί με την οδηγία σ' εμένα “μόνο με δική σου επίβλεψη”, και, τέλος, ένα ποδήλατο-αυτοκινητάκι. Αυτό ήταν το χειρότερο.
  • Γιατί; Τι έκανε, σε βάραγε με αυτό;
  • Με έβαζε να τον τραβολογάω γύρω-γύρω στην αυλή, γιατί δεν είχε καταλάβει τον λόγο ύπαρξης των πεταλιών, και άμα σταματούσα για μια ανάσα, τσίριζε σε σημείο που θα νόμιζε η γειτονιά ότι τον έδερνα.
  • Ωχ.
  • Ωχ”, δεν θα πει τίποτα. Ανάθεμα το αυτοκινητάκι, πιάστηκε η μέση μου να σκύβω να το τραβολογάω σε όλη την αυλή. Τουλάχιστον δεκαπέντε κιλά έσερνα. Με το αυτοκινητάκι με εκβίαζε κλαίγοντας, με τις κιμωλίες με μουτζούρωνε -ενίοτε τις πετούσε πάνω μου- και με τον γάτο με βάραγε -είχε εκείνα τα μεγάλα πλαστικά παπούτσια, όπως σου είπα. Α, είναι και η μπάλα, αλλά μ' αυτή με πέτυχε μόνο μία φορά, οι άλλες πέρασαν ξώφαλτσα. Ευτυχώς, είναι δύσκολο για ένα δίχρονο να σημαδεύσει με μπάλα. Τσούζει, η άτιμη. Κάθε φορά που με πετύχαινε με κάτι, φώναζε “άφι!”, λες και είχε σκοράρει.
  • Κακομοίρη Χάρρυ. Αλλά, πού κολλάει το χαμόγελο σε όλα αυτά; Ξεκίνησες την κουβέντα για να μου πεις για το χαμόγελο ως άμυνα.
  • Βεβαίως, θα φτάσω κι εκεί. Κάθε φορά, λοιπόν, που κουραζόμουν -γινόμουν ψυχολογικά και σωματικά ένα ράκος, για να μιλήσω με ακρίβεια- και πήγαινα να σταματήσω, ο μικρός έβαζε τα κλάματα. Αυτόματα, έκανα κάθε δυνατή προσπάθεια να τον ησυχάσω: του χαμογελούσα πλατιά, χτύπαγα τα χέρια σαν μωρό, ό,τι μπορούσα για να του δείξω ότι περνάμε καλά και παίζουμε και είμαστε χαρούμενοι και...
  • Κατάλαβα, ηρέμησε.
  • Τι να ηρεμήσω; Το παιδί ήταν τέρας. Δεν μιλάμε για απλώς κακομαθημένο, θα έλεγα δαίμονας, αλλά ξέρω καλύτερα.
  • Καταλαβαίνω. Μία μικρή παρατήση, δεν λέμε “αλλά ξέρω καλύτερα” στα ελληνικά.
  • Άντε χέσου, βρήκες την ώρα για μάθημα γλώσσας! Συγγνώμη, “άντε αφόδευσε” ήθελα να πω.
  • Σωστά, ας μη βρίζουμε. Αλλά, συνέχισε. Για το καταπιεστικό χαμόγελο.
  • Κατάλαβα, τότε, ότι ο μικρός εκπαιδευόταν στη χειραγώγηση από τα γεννοφάσκια του. Δεν είχε βγάλει την πάνα ακόμα, αλλά ήξερε να απαιτεί από τους άλλους απόδειξη της υπεροχής του. Γιατί όταν χαμογελάς σαν ηλίθιος χωρίς λόγο, για να σε συμπαθήσουν ή απλά για να μην μπλέκεις, μπαίνεις αυτόματα σε κατώτερη θέση.
  • Ουάου.
  • Αχά. Απλώς σκέψου την κατάσταση αντικαθιστώντας το δίχρονο παιδί με έναν κουστουμαρισμένο πενηντάρη, και το “άφι” με... δεν ξέρω, τι κάνουν οι “επιτυχημένοι” ενήλικες;
  • Βαράνε τους άλλους με παπουτσωμένους γάτους.
  • Χμ.
  • Κόβουν μισθούς, απολύουν, σε κόβουν στις εξετάσεις του πανεπιστημίου, με λίγα λόγια, παρεμποδίζουν τις υποθέσεις σου και καταπατούν τα δικαιώματά σου, γιατί απλά μπορούν.
  • Ακριβώς. Και άμα τους χαμογελάς δουλικά, το μόνο που καταφέρνεις είναι να τους επιτρέπεις να συνεχίσουν. Αλλά υπάρχει και το χαμόγελο της ανωτερότητας.
  • Τώρα με μπέρδεψες.
  • Ε, σε κάποια φάση συνειδητοποιείς ότι ο μόνος τρόπος να επικοινωνείς με μωρά και με μωρούς, είναι να τους χαμογελάς.
  • Ρε Χάρρυ, είσαι φιλόσοφος.
  • Βρίσκεις;

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Πηγαδάκι με Elric και Ciri.






  • Επ! Έλρικ; Τι κάνεις εσύ εδώ;
  • Έπρεπε να έρθω, για να σου θυμίσω κάτι.
  • Τι να μου θυμίσεις;
  • Αυτό που σου είπα τις προάλλες. Για τον έναν εχθρό που έχουμε όλοι.
  • Α, τώρα ξέρω ποιος είναι!
  • Ποιος είναι;
  • Η ηλιθιότητα! Κατάρα στην ηλιθιότητα!
  • Δεν εννοούσα αυτό... Δεν έχεις καταλάβει τίποτα ακόμη.
  • Μα, τι λες;
  • Εγώ πάντως, συμφωνώ με την Άννα.
  • Τσίρι;
  • Μα, ναι. Μου τα 'πε ο Γκέραλτ. Σε κάνουν θηρίο κάτι άνθρωποι, έτσι;
  • Εμένα μου λες;
  • Ηρεμήστε και οι δύο, μα τον Άριοχ!
  • Ποιος είναι αυτός; Μ' αρέσει.
  • Σςς, ο Έλρικ του Μελνιμπονέ είναι, και μίλα καλύτερα.
  • Σταματήστε! Λοιπόν, Άννα. Μέχρι στιγμής δύο φίλοι σου που, αν μη τι άλλο, γνωρίζουν καλά από μεγάλα προβλήματα και δραστικές λύσεις, ο Γκέραλτ και ο Άντον, σου έχουν πει το ίδιο πράγμα: η βία δεν είναι λύση. Και είμαι σίγουρος ότι θα σ' το πουν κι άλλοι.
  • Όχι εγώ!
  • Εσύ, νεαρά, σιωπή.
  • Δεν θα μου πεις εμένα...
  • Σςς, Τσίρι, θα σου πει, θα σου πει.
  • Μα, ποιος είναι ο τυπάς και κατά πού πέφτει αυτό το Μελνιμπονέ;
  • Προσπερνώ την άγνοιά σου, γιατί ο χρόνος μου σε αυτόν τον κόσμο είναι περιορισμένος. Και στις δυο σας έχω να πω το εξής: ο εχθρός μας είναι ο ίδιος μας ο εαυτός.
  • Μα τι λες; Άννα, τι λέει αυτός;
  • Η Άννα δεν λέει τίποτα, από ό,τι βλέπω. Και ξέρεις γιατί; Γιατί κατάλαβε τι εννοώ με αυτό. Εσύ είσαι πολύ μικρή ακόμα για να...
  • Άκου να σου πω, που θα με πεις μικρή, εμένα με κυνηγούσαν πάντα από δυο κόσμους φονιάδες!
  • Μόνο από δύο; Χα.
  • Δεν μου αρέσει να με περιφρονούν. Με κυνηγούσαν, όπως είπα, οι μισοί να με σκοτώσουν, οι άλλοι μισοί να με αιχμαλωτίσουν, να με χρησιμοποιήσουν για τους σκοπούς τους. Και τι έκανα;
  • Ξέρω τι έκανες. Βλέπω το σπαθί που κουβαλάς.
  • Δεν κάθισα ούτε λεπτό, αυτό έκανα! Δεν κάθισα να με φάνε. Εμένα ο εαυτός μου ήταν, τις περισσότερες φορές, ο μόνος που είχα. Αν δεν στεκόμουν στα πόδια μου...
  • Δεν χρειάζεται τόση προσπάθεια να δείξεις τη δύναμή σου. Εγώ έχω μια ερώτηση να σου κάνω, σ' αυτό το σημείο: πόσοι φίλοι σε βοήθησαν;
  • Πολλοί, δεν είπα το αντίθετο. Αλλά δεν θα μου πει κανείς ότι ο εαυτός μου είναι εχθρός.
  • Και ποιος σ' έφερε στη θέση να αμύνεσαι;
  • Οι άλλοι!
  • Κοίτα, Τσίρι, ο Έλρικ θέλει να πει...
  • Άσ' την. Αν καταλάβει κάποτε, θα καταλάβει. Η φωτιά καίει πολύ δυνατά μέσα της, την τυφλώνει. Το θέμα είναι ότι εσύ περπατάς πάνω στην κόψη, και πότε γέρνεις από τη μια πλευρά, πότε απ' την άλλη.
  • Και τι πρέπει να κάνω, Έλρικ; Να διαλέξω από πού θα πέσω;
  • Να μάθεις ισορροπία.
  • Α, αυτό μου θύμισε 'κείνο που λέει “το πεπρωμένο είναι ένα σπαθί με δύο κόψεις”.
  • Πρέπει να φύγω, τώρα. Έχω αρχίσει να κουράζομαι εδώ.
  • Έλρικ, σ' ευχαριστώ.
  • Κι εγώ φεύγω. Πάω να τα πω ένα χεράκι του Γκέραλτ.
  • Τι φταίει τώρα ο Γκέραλτ;
  • Που σου λέει τέτοιες μαλακίες, ότι η βία δεν είναι λύση!
  • Τσίρι...
  • Άσε με! Πάντως, ωραίος ο φίλος σου. Τον συμπάθησα, κι ας τσακωθήκαμε.
  • Αν ήξερες τι έχει κάνει στον κόσμο του, μπορεί να μην τον συμπαθούσες.
  • Μα, αυτός; Αυτός φαίνεται να βγήκε από ναό της Μελιτέλε. Τι; Τι γελάς έτσι; Τι είπα, που είναι τόοοσο αστείο; Πφφφ...

Συζήτηση με τον Φωτεινό μάγο Anton Gorodetsky. Δύο. Wax in, wax out.







  • Άντον, δεν είμαι καλά.
  • Το βλέπω, τρέμεις. Και, χμ, όχι μόνο αυτό.
  • Έχεις χρόνο, να σε πρήξω;
  • Πες μου, τι έχεις;
  • Από πού ν' αρχίσω...
  • Ξεκίνα, και θα έρθουν μόνα τους.
  • Καλά. Όλα ξεκίνησαν εκείνο το καταραμένο πρωινό του Απρίλη -είκοσι μία ο μήνας, παρακαλώ, νά 'ταν σύμπτωση;- που μου είπε το τραγικό «Δεν πιστεύω στην Εξέλιξη».
  • Αχάαα...
  • Κατάλαβες, ε; Να συνεχίσω;
  • Οπωσδήποτε. Έχεις αρχίσει να φτιάχνεις άσχημα πράγματα γύρω σου.
  • Τι;
  • Πάνω απ' το κεφάλι σου αιωρείται κάτι πολύ επικίνδυνο, Άννα. Πες τα, σε παρακαλώ, να ξεσπάσεις, για να μην με αναγκάσεις να επέμβω πάνω σου μέσα απ' το Λυκόφως.
  • Αν είναι έτσι... Λοιπόν, της λέω «Τι εννοείς; Δεν πιστεύεις στη Θεωρία της Εξέλιξης;» Θέλω πάντα να σιγουρεύομαι πριν βαρέσω άνθρωπο, καταλαβαίνεις.
  • Φυσικά.
  • Μου λέει, η αυτοκτονική, «Όχι, δεν πιστεύω στην Εξέλιξη, ούτε στους πρωτόγονους, ούτε στη Μεγάλη Έκρηξη και σε όλα αυτά τα παραμύθια». Τα παραμύθια, Άντον, ακούς;
  • Ακούω, ακούω. Πιο ήρεμα, όμως, αν θες... Μαυρίζει...
  • Ποιο μαυρίζει;
  • Αυτό, πάνω απ' το κεφάλι σου. Πάρε μια βαθιά ανάσα. Έτσι. Τώρα, συνέχισε.
  • Και τι μου λέει παρακάτω;
  • Μαντεύω.
  • Ναι, ακριβώς. Μου λέει «Πιστεύω στην Εδέμ» - στην Εδέμ, Άντον!- «στους πρωτόπλαστους και στον εξαποδώ».
  • Κι εσύ τι της είπες;
  • Τι να της πω; Υπήρχε κάτι να της πω μετά απ' αυτά; Καθόμουν στη μούγκα, άναβα το ένα άφιλτρο δίπλα στ' άλλο, κάνοντας ταυτόχρονα από μέσα μου γουόξ ιν, γουόξ άουτ, μπας και γλιτώσουμε το μοιραίο.
  • Μαύρισες και τα πνευμόνια σου, εκτός από την αύρα σου. Ε, ρε Άννα...
  • Όχι, δεν με κατάλαβες. Απλώς τα άναβα και τα έβαζα δίπλα-δίπλα στο τασάκι, για να μην έχει χώρο για το δικό της τσιγάρο. Έτσι, για να της τη σπάσω. Γελάς, ε;
  • Και, αυτό το κόλπο, βοήθησε;
  • Τι να βοηθήσει; Πήρε τη σιωπή μου για τάπωμα και συνέχισε, ενθαρρυμένη! Μου λέει, «Η μικρή μου είναι πάλι άρρωστη. Αμ, ξέρω εγώ, μας ψεκάζουν.»
  • Ωχ, αυτό πρέπει να σου χτύπησε καμπανάκι, ε;
  • Πιο πολύ από τα προηγούμενα; Αλλά, ναι. Χτύπησε. Της λέω, «Κι εμείς αρρωσταίναμε, τα ξέχασες; Εγώ όλο με ανεμοβλογιά ήμουν.» Και μου κάνει, «Και τα αεροπλάνα; Τι σου λένε τ' αεροπλάνα;» Ε, αυτό ήταν, Άντον.
  • Τι “σου είπαν” τ' αεροπλάνα;
  • Μου είπαν ότι την άφησα στο πεζοδρόμιο να αιμορραγεί από τη μύτη. Γιατί άνθρωπος είμαι κι εγώ, και η αντοχή μου στη βλακεία έχει όρια, και τέλος πάντων, κάτι φορές τα λόγια τελειώνουν.
  • Και μετά, τι έγινε;
  • Τι να γίνει; Προσπαθούσα ν' αποφασίσω αν θα τη βοηθούσα να σηκωθεί, ή θα την άφηνα εκεί χάμω, να αναλογιστεί τη δύναμη της βαρύτητας.
  • ...
  • Έκανα το δεύτερο. Σηκώθηκα κι έφυγα, της άφησα και το λογαριασμό για τους καφέδες -αυτό ήταν κακό, το ομολογώ- κι εκείνη να φωνάζει «Ντα ζε μπιάζω, μαλαγκιζμένη, ντα ντειζ». Μη γελάς, τα πράγματα είναι σοβαρά.
  • Έλα, μωρέ.
  • Τι “έλα μωρέ”;
  • Δίνεις πολλή σημασία...
  • Με δουλεύεις; Και, για νά 'χουμε καλό ρώτημα, εσύ, πώς τα καταφέρνεις; Πώς ζεις;
  • Όπως όλοι.
  • Δηλαδή;
  • Γουόξ ιν, γουόξ άουτ.
  • Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο, ε;
  • Σαν τι να κάνουμε; Ν' αρχίσουμε να βαράμε όσους-
  • Πάνε τον κόσμο πίσω; Ναι!
  • Τον πάνε, Άννα, αλλά και η βία το ίδιο.
  • Έχεις δίκιο, αλλά...
  • Δεν υπάρχει “αλλά”. Η βία θα ξαναγυρίσει τον Άνθρωπο στις σπηλιές. Και μόλις βγήκαμε. Η λύση είναι, καταρχήν, η παιδεία.
  • Ουφ... συμφωνώ. Έχεις δίκιο, Άντον.
  • Είσαι καλύτερα.
  • Ναι, το νιώθω. Αναπνέω καλύτερα. Έφυγε και το μαύρο πράγμα που σε ανησύχησε πριν, ε;
  • Έφυγε.
  • Αλλά, για πες μου: η παιδεία δεν αρκεί, έτσι;
  • ...
  • Από τον τρόπο που κουνάς το κεφάλι σου, καταλαβαίνω ότι συμφωνούμε. Στα κλειστά μυαλά, η παιδεία δεν λειτουργεί. Και τι μένει; Άντον; Έλα, μην κάνεις έτσι. Πω πω... Πώς κρέμασε έτσι το ύφος σου; Εσύ είσαι έτοιμος να κλάψεις! Άντον, σε παρακαλώ. Γαμώτο, εσένα τώρα ποιος θα σε φτιάξει;